Κυριακή, 18 Αυγούστου 2013

Ecrasez l'infâme

 
Ήταν μικρός. Ήταν τυχερός. Του επέτρεπαν να ονειρεύεται. Να σκέφτεται καθισμένος στα σύννεφα. Έπλαθε κόσμους φανταστικούς, ονειρεμένους. Και έπλαθε ανθρώπους που άξιζαν να ζουν στους κόσμους του. Ο απόλυτος καλλιτέχνης. Αυτός που έκανε τον σκοπό της τέχνης, τρόπο ζωής. Μετουσίωνε τη μορφή, σε ηθική και αρετή. Κόντρα στην κακή φύση.

Μεγάλωνε. Διατηρούσε όμως αυτή τη σπιρτάδα στο βλέμμα. Πεισματάρικο παιδί, δεν υποχωρούσε. Δεν έπαιξε ποτέ τους ρόλους, για τους οποίους τον προόριζαν στις θεατρικές παραστάσεις. Απεχθανόταν ενστικτωδώς την υποκρισία. Αυτό το χάσμα ανάμεσα στα λόγια και τις πράξεις. Ακόμα διατηρούσε άσβεστη την επιθυμία να γίνει άνθρωπος, άξιος να κατοικήσει στην ιδανική του πόλη.

Μια μέρα θα χάσεις όλους όσους αγαπάς του λέγαν στοργικά. Κανείς δε θα σε αντέξει. Όπως δεν τους αντέχεις και εσύ τώρα, έτσι πως έχουν γίνει.

Πήγε πανεπιστήμιο. Έκανε τη χάρη στους γονείς του. Και η σπιρτάδα στο βλέμμα εκεί. Και η επιθυμία εκεί. Αυτό το παιδί δεν έβαζε μυαλό. Μάταιος ο κόπος. Οι αντίπαλοι ήταν πιο ισχυροί. Δεν τους νικούσες με σφαίρες και αιχμές, μα με λόγια και συγκίνηση. Μα τα λόγια ήταν αδύναμα και η συγκίνηση δεν μπορούσε να διαπεράσει πέτρινες καρδιές, ερμητικά κλειστά μυαλά. Δεν αλλάζουν οι καιροί. Γεμάτοι μένουν με πάθη και ένστικτα. Αλλά αυτός στη κόντρα.

Πιστέψτε στους ανθρώπους, επέμενε, παρά τις μικρές απογοητεύσεις που του προσέφερε η αδιαφορία αυτού του κόσμου.

Άνεργος, με βλέμμα φλογερό. Που το χεις δει; Ακόμα θυμόταν το όνειρά του. Τις ουτοπίες του. Για πόσο ακόμα; Πόσο να αντέξει; Δουλειές του ποδαριού. Πίεση παντού. Συνήθεια στο τέρας, στην πίκρα, στην αγάπη, στον συνηθισμένο απάνθρωπο άνθρωπο. Στην υποκρισία που τόσο απεχθανόταν.

Ξέχασε. Έχασε. Την σπιρτάδα στο βλέμμα του την έχασε. Βγάζει καλά λεφτά. Κάτι είδε στο όνειρό του για ένα παιδί που κατέστρωνε σχέδια για έναν κόσμο αλλαγμένο. Ξύπνησε. Τί είναι αυτά τα δάκρυα;

Σε ικετεύω βοήθα τον να βρει τη χαμένη του σπιρτάδα. Να θυμηθεί το όνειρό του. Μόνος του έπεσε στη λήθη. Μόνος του δε θα σηκωθεί. Βοήθα τον. Έχει ένα φως αμυδρό χαμένο στο βάθος των ματιών του και είναι μέρα μεσημέρι. Και ψάχνει. Άνθρωπο ψάχνει να τον βοηθήσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου