Δευτέρα, 27 Μαΐου 2013

διαρκώς ασυνάρτητος

σκέφτομαι φωναχτά και λέω:

Τις προάλλες η Ο. είπε ότι είμαι παλαιοκομμουνιστής. Ότι έχω ακόμη μέσα μου την αίσθηση αυτής της παλιάς τυραννικής λέξης. Μιλούσε για εκείνο το τεράστιο, επιβλητικό, θηριώδες «χρέος».


Δεν αναρωτήθηκα για πάνω από δύο δευτερόλεπτα μήπως είχε δίκιο. Απλά αυτή η παρατήρηση ήρθε να συναντήσει με ένα περίεργο τρόπο κάτι που μου ‘πε ο Γιώργος λίγες μέρες πριν. Κάποιος είπε ότι γράφουμε επικολυρικά.

Οι δύο κουβέντες δεν συνδέονται ακριβώς, αλλά ακουμπάνε ξώφαλτσα ή και για τα καλά, ένα ζήτημα που συζητάμε καιρό με φίλους και συμπότες. Μπορεί να τεθεί με ένα σωρό τρόπους, λιγότερο ή περισσότερο επιθετικούς. Στην παρούσα συγκυρία, έχουμε δικαίωμα να είμαστε χαρούμενοι; Να περνάμε τις μέρες μας μέσα σε μια ανόθευτη άγρια χαρά; Και πηγαίνοντάς το λίγο παρακάτω, είναι θεμιτό ή τελικά γραφικό (και επικολυρικό και γλυκερό και ανόητο) όταν μιλάμε και γράφουμε να συνδέουμε τις χαρές, τις ομορφιές της ζωής μας με το πολιτικό πεδίο, τον αγώνα, την (ας την πούμε αντίσταση); Ως προς αυτό το τελευταίο υπάρχει κριτική και απ’ τα δεξιά και απ’ τα αριστερά. Ο πρώτος λέει είσαι ανόητος. Θες να χωρέσεις στην ίδια παράγραφο τα μαλλιά του κοριτσιού μετά τη θάλασσα και τους ανθρώπους που ορμούν με φόρα προς ένα χάος δακρυγόνων. Ο δεύτερος λέει είσαι ασυνάρτητος. Μην μπλέκεις τα φιλιά με την επιμονή και την οργάνωση, λες και μιλάμε για φωτογραφίες που αναπαράγονται στο tumblr. Ακούω τον δεύτερο με προσοχή και προβληματισμό. Ακούω τον πρώτο σαν να ακούω στριφνή θεία που μου λέει να μην φιλιέμαι με το κορίτσι στην πλατεία του χωριού.

Αλλά επανέρχομαι στην κουβέντα της Ο. και στην ερώτηση που προκύπτει απ’ αυτή. Δικαιούμαστε να ψάχνουμε και να ζούμε την ανόθευτη χαρά, την υπέροχη στιγμή μέσα σ’ αυτή την περιρρέουσα ατμόσφαιρα; Και ακόμη και αν δικαιούμαστε, έχουμε τη δυνατότητα να βιώσουμε ένα φιλί στην είσοδο μιας πολυκατοικίας με τον τρόπο που ξέραμε; Αποκλείοντας δηλαδή όλο τον υπόλοιπο κόσμο, κατεβάζοντας ρολά, φορώντας πανοπλία και όντας εντέλει αδιαπέραστοι;

Προσωπικά εδώ και κάποιο καιρό, δεν θέλω να αφοσιωθώ ούτε καν στην παραλία του Σαββάτου. Προτιμώ έναν σε πρώτο επίπεδο ψυχοφθόρο διχασμό, ο οποίος όμως τελικά καταλήγει να είναι λυτρωτικός. Με άλλα λόγια, προσπαθώ να χωρέσω στο λόγο, την ψυχολογία και τη μέρα μου τη «γραμμή του ορίζοντος» και την «αλληλοβοήθεια». Αν μείνω στο πρώτο, όπως είναι η φυσική μου τάση, θα νιώθω λειψός, ελιτιστής, γαϊδούρι. Αν κολλήσω στο δεύτερο θα γίνω τετράγωνος, θα ξεχάσω ποιός είναι ο λόγος που ξεκίνησα να διαβάζω ένα τέτοιο βιβλίο και τελικά θα αλλοιωθεί ο σκοπός μου (που σε τελική ανάλυση είναι η ίδια η ζωή και όχι η πολιτική κριτική ή ανατροπή της παρούσας πολιτικής).

Η περιγραφή ενός καλοκαιρινού τοπίου (κατά προτίμηση, μεσημέρι Ιουλίου σε οποιοδήποτε νησί των Κυκλάδων) και οι πολλές φωνές που γίνονται μία κάτω από μια γέφυρα, σε μια λεωφόρο γεμάτη στολές και όπλα, σε μια πνιγμένη πλατεία. Μόνο αν μπλέξουν αυτά τα δύο με έναν κόμπο τόσο σφιχτό, ώστε να αποτελούν έναν κόσμο ενιαίο και τελικά όμορφο, μπορώ να νιώσω ολόκληρος.

Η επιμονή να βάλω δίπλα στην ομορφιά μιας γυναίκας την ομορφιά ενός ξένου που μοιράζεται το μαλόξ μαζί μου, δεν έχει να κάνει (συνειδητά τουλάχιστον) με μια αίσθηση χρέους, ούτε με μια προσπάθεια να γίνω γλυκός και ευαίσθητος.

Δεν μπορώ να υπάρξω κάνοντας μόνο δροσερά και αξεπέραστα μακροβούτια, την ώρα που άνθρωποι βασανίζονται και διώκονται. Ούτε μπορώ να υπάρχω σε ένα κόσμο που ξεχνάει να κάνει χιούμορ ή να κοιτάξει το κορίτσι που πέρασε μπροστά απ’ το καφενείο, επειδή συζητάει τη δεξιά στροφή του τσίπρα ή το ένα και αληθινό νόημα της ανατροπής.

Όταν ήμαστε 18, ένα φίλος, προερχόμενος από δεξιό πολιτικό περιβάλλον, μου είπε ότι ένα πράγμα αναγνωρίζει στους αριστερούς σίγουρα, ότι ξέρουν να γλεντάνε. Μεγαλώνοντας πιστεύω ότι έκανε λάθος.

Σήμερα κάποιοι ξεχάσανε να γλεντάνε σαν παλαβά παιδιά και κάποιοι άλλοι επιχειρούν να κρύψουν την μη συμμετοχή τους πίσω από συνθήματα του στιλ έρωτας ή τίποτα κλπ, συνθήματα που θα καταλήξουν αν δεν έχουν ήδη καταλήξει ποπ, όχι επειδή έτσι ξεκίνησαν, αλλά επειδή έτσι είναι πιο βολικά.

Οπότε, και για να τελειώνουμε, δεν θέλω να είμαι θαμώνας της πλ. αγίας ειρήνης, δεν θέλω να είμαι ποιητής και δεν θέλω να είμαι στρατιώτης. Θέλω να διαβάζω εναλλάξ Τζίφα και Ετσενμπέργκερ, να ξαναεισβάλλει το καλοκαίρι στο σκληρό δίσκο του Γκαλεάνο και στα γράμματα της Λούξεμπουργκ.

Θέλω να είμαι φίλος με τον Γ. και την Ό. να συναντιόμαστε να μεθοκοπάμε, να γελάμε σαν τρελοί, να γυρνάμε το κεφάλι όταν περνάει κάποια ωραία γυναίκα. Κι ύστερα να συναντιόμαστε στο δρόμο σε μια απεργία, σε μια επίμονη προσπάθεια να οργανώσουμε το ένα και το άλλο. Στον ίδιο δρόμο βρίσκονται όλες οι συναντήσεις, στον δρόμο για μια (ας αφήσουμε τα δίκαιη και τα παρόμοια) πιο ανθρώπινη ζωή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου