Τρίτη, 14 Μαΐου 2013

Οι (φανταστικές;) ερωτήσεις μιας μελαχρινής πριγκίπισσας και ο (επινοημένος;) μονόλογος ενός άψυχου αντικειμένου στον άδειο χώρο μιας σκοτεινής σοφίτας.

....του Θωμά Καλοκύρη



«Τι είμαι;
Χμ.. είμαι ένα παλιό παιχνίδι.
Λίγο σκονισμένο. Κάτι σαν στρατιωτάκι.
Κάτι σαν κουκλάκι. Κάτι σαν κουκλάκι- στρατιωτάκι.
Είμαι ακόμη χρήσιμο, αν με πλύνεις και με προσέξεις.
 Αν και λίγο οι ραφές μου στην πίσω δεξιά μεριά έχουν αρχίσει να ξεχειλώνουν.
Σίγουρα θα μπορέσεις να βρεις κάτι καλύτερο από μένα, κάτι πιο καινούργιο, πιο λαμπερό. Ίσως και  τρισδιάστατο, ποιος- ξέρει.


Η σοφίτα;
Λίγο σκοτεινή. Και σκονισμένη.
Τις μέρες που έχει ήλιο, λίγες αχτίδες περνούν απ’ το τρύπιο παντζούρι.
Και τότε χαζεύω με δέος την αντανάκλαση τους στη σκόνη.
Είναι, όμως, φιλική.
Εδώ μέσα υπάρχουν θαμμένες ιστορίες και συναισθήματα,
που κάνουν την ατμόσφαιρα απόκοσμη.
Ναι, μη με κοιτάς απορημένη.
 Απόκοσμη! Μαγική!
Σαν το γλυκό σου χαμόγελο. Και τα πορφυρά σου μάτια.
 Τι έλεγα; Ναι.
Είναι βλέπεις η παρουσία σου ιδιαίτερη, συγχώρεσε με, πάει καιρός που έχω να νιώσω τόση ζωντάνια.
Γιατί ήρθες εσύ. Κι εσύ είσαι ζωή.
 Τα λόγια σου τριαντάφυλλα. Γελάς τόσο όμορφα.
Αισθάνεσαι και εσύ το απόκοσμο γύρω σου;

Θα ακούσεις πολλές ιστορίες σ’ αυτή τη σοφίτα.
Ένα παλιό κουτάλι περιγράφει με λαχτάρα την γλυκιά αίσθηση
του να βουτάς σε ένα βαζάκι μέλι.
Μια παλιά ζακέτα την αγαλλίαση του να στηρίζεσαι σε δυο στιβαρούς ώμους.
Μια παλιά κάλτσα την αίσθηση του να τυλίγεσαι σε μια πατούσα με το ζευγάρι σου, τον αιώνιο σύντροφο σου, αντίκρυ.
Μία καμένη λάμπα το υπέροχο συναίσθημα του να ζεις μέσα στο φως,
να νιώθεις μέσα στο ίδιο σου το είναι τη λαμπρότητα και τη φωτεινότητα του.
 Θαμμένες ιστορίες, ανούσιες.
Έρχονται στο φως για να εξάψουν τη φαντασία ενός νέου.
Να διεγείρουν τα αισθήματα ενός ονειροπόλου.
Να ικανοποιήσουν την περιέργεια ενός ανόητου.
Να σκοτώσουν την ώρα ενός τεμπέλη.
 Και θάβονται ξανά στο σκοτάδι, κάτω απ’ το άγρυπνο βλέμμα μιας αδηφάγας νοσταλγίας.


Το σπίτι;
Είναι ο δικός μου κόσμος, το δικό μου σύμπαν.
 Είναι ο παράδεισος και η κόλαση, η ζωντάνια, η νεότητα και η φθορά.
Η δική μου φθορά. Και του ίδιου του σπιτιού.
 Στους χαμηλότερους ορόφους το φως είναι παντού.
Γέλια, φωνές, η μυρωδιά απ’ τα φαγητά, απ’ τα φλεγόμενα σώματα.
Σκέψεις, ανησυχίες, παράπονα, αναστεναγμοί.
Πόνος και πάθος, έρωτας, οδύνη, θλίψη, ζωή.
Η ζωή που σε διαπερνά, που σε ανυψώνει.
Και όταν πέφτεις, ακόμη κι ο πόνος των άλλων σου φαίνεται γλυκός.
Θα τον αντάλλαζες δίχως σκέψη για το δικό σου αμείλικτο τίποτα.
Τότε, ήμουν και εγώ. Ήμουν και εγώ εκεί.
 Ήμουν και εγώ το επίκεντρο. ( Αμυδρό γέλιο)
Το σπίτι ήταν ευάερο και ευήλιο στη δική μου σκέψη.
Προσέφερα χαρά, γέλιο, σε ανθρώπους μικρούς ή ,έστω, κάποια επίπλαστη νότα γλυκιάς παρηγοριάς.
Οι πάνω όροφοι και η σοφίτα συμβολίζουν τη φθορά.
 Το αδυσώπητο πέρασμα του χρόνου.
Κι είμαι εδώ πλέον, στηριγμένο σε μια σκοτεινή γωνιά.
Στηριγμένο αδέξια.

Ποιος με βαλε εδώ;
Θα’ λεγα οι άνθρωποι. Αλλά όχι.
Με βαλε ο χρόνος.
Κι οι μικροί αυτοί άνθρωποι, αφελώς αυθεντικοί, ήξεραν.
Ήξεραν πως κι εγώ υπάρχω. Ένιωθαν την αύρα μου.
Όσο μεγάλωναν, όμως, πείστηκαν.
 Πείστηκαν σε όσα τους έλεγαν όλοι γύρω τους.
Πως είμαι ένα άψυχο λούτρινο ∙
«ορίστε και το εργοστάσιο κατασκευής του, βλέπεις;».
 Κι ας ξέρω καμία φορά πως τώρα
 οι ίδιοι αυτοί που με απομάκρυναν τόσο βεβιασμένα απ’ τον κόσμο τους,
 ώρες ώρες, θα έδιναν όλα τα ψευδή αντικείμενα, όλα τα επιφανειακά που κερδίζουν ζώντας όπως θέλουν οι άλλοι κι όχι όπως θέλουν οι ίδιοι,
χρήματα, αυτοκίνητα, σπίτια, δόξα, όλα!
 Για να παίξουν μαζί μου.
 Αθώα. Χωρίς τύψεις.
 Έστω και κάτω απ’ τη σκέπη του σκοταδιού της σοφίτας.
Ασφαλείς απ’ τα αδιάκριτα βλέμματα μιας κοινωνίας παραπαίουσας.

Πόσο καιρό είμαι εδώ;
Με ποιο χρόνο;  Το δικό σου ή το δικό μου;
Γιατί πιστεύεις αφελώς και συ πως ο δικός σου χρόνος έχει σημασία.
 Πώς μετράς τις μέρες, τις ώρες, τα λεπτά και καταφέρνεις έτσι να τον αιχμαλωτίσεις. Ανόητε άνθρωπε!
 Ο χρόνος δεν είναι γραμμή. Η μία στιγμή δε φέρνει την επόμενη.
Το ρολόι σου είναι άχρηστο.
 Οι δείκτες του το μόνο που αιχμαλωτίζουν είναι εσένα τον ίδιο
μέσα στη φυλακή μιας κοινωνίας που ο χρόνος μετριέται σε χρήμα! Και ενοχές!
 Σε χρήμα και ενοχές.
 Σε ενοχές και χρήμα.

Ίσως κάπου βρούμε ένα κοινό σημείο στο χρόνο.
 Κι αυτή είναι η φθορά. Η δική μου και η δική σου.
 Είμαι, λοιπόν, πολύ χρόνο εδώ.
Το μικρό αγοράκι έγινε «άνδρας», ίσως γέρασε κιόλας.
 Έχει δικά του μικρά παιδιά που μεγάλωσαν κι έχουν δικά τους.
 Και ίσως σύντομα έρθει η στιγμή αυτή,
που, σε μια τελευταία αναλαμπή, στο χείλος της ζωής του,
 με χρειαστεί ξανά.
Πόσο αντρίκεια θα’ ναι αυτή η πράξη αλήθεια!
Πιο πολύ από κάθε εκδήλωση ψευτό- παλικαριάς στην κοινωνία ηλιθίων.
 Ίσως η στιγμή αυτή δεν έρθει ποτέ. 

Μέχρι τότε, θα είμαι εδώ.
Στη σοφίτα.
Θα διηγούμαι τη βαρετή μου ιστορία, σ’ όποιον έχει αυτιά να την ακούσει.
Στα άλλα αντικείμενα που βρίσκονται εδώ.
Στη σκόνη..
..ή σε εσένα, πριγκίπισσα, που τόσο γλυκά με ρώτησες.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου