Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

Συμπόσιο

....της Ζωής Παπαδοπούλου


-Θέλεις λίγο κρασί;
Ναι, σωστά δεν έχω ποτήρι. Μα δεν το χρειάζομαι,
γιατί είμαι εγώ που διψώ για το μεθυστικό σου βλέμμα.
Θα θελα πολύ να σε υποδεχτώ φιλόξενα στις γυάλινες κοιλότητες μου
-καλωσόρισες-
τρυφερά να σ’ αγγίξω εγώ και μόνο, με κτητικότητα να σε γευτώ,
να αντιληφθώ την ανθρώπινη ουσία σου,
Για λίγο να υπάρξω ως το δοχείο της υπάρξεώς σου.

Ούτε μπουκάλι έχω. Καλή ερώτηση.
Πάλι είμαι εγώ που αλητεύω στα χάδια του κύματος, φιάλη πράσινη αναψυκτικού,
χαμένη στις αβεβαιότητες, κατατρεγμένη από κάβο σε κάβο,
χτυπημένη από σκοπέλους βάναυσους,
χορτασμένη από όνειρα στριμωγμένα σε ένα χαρτί με παραλήπτη το κενό.
Το προτιμώ από το ν’ αλληλογραφώ με τη μοναξιά μου.
Γιατί, το δίχως άλλο,
στο κενό είσαι ελεύθερος να φωνάξεις δίχως να σ’ ακούει κανείς
Ενώ Αυτή…
Τη μέρα που έφυγες νοίκιασε τη διπλανή γκαρσονιέρα.
Έκτοτε διαμαρτύρεται για τις ώρες κοινής ησυχίας.
Μα πώς μπορεί η ησυχία να μην είναι κοινή;
Γύρω μου το πέλαγος χαώδες και υγρό- μέσα μου ούτε στάλα.
Ούτε δάκρυ. Απλώς και μόνο για την τήρηση του τύπου.
Βλέπεις, κάποιες φορές το έχουμε ανάγκη,
ΤΟ ΕΧΩ ΑΝΑΓΚΗ να πιστέψουμε σε κάτι ανούσιο, όπως ο τύπος.
Αποκτά την παντοδυναμία του δόγματος,
τη μοιραία και προβλέψιμη πλέον, αλαζονεία του ηγέτη,
και προκαλεί το μούδιασμα του αναισθητικού. Γιατί ΕΧΕΙ τη δύναμη.
Στέρεψαν τα δάκρυα πλέον. ΛΕΙΨΥΔΡΙΑ.
Σ’ ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια.
Είναι αλήθεια, ωστόσο, πως δεν τολμώ συχνά να φορέσω τα ρούχα της.
Γιατί αισθάνομαι το ειδικό βάρος της παρουσίας της,
μια έξωθεν υπενθύμιση του αλάνθαστου της μάνας.
Όσο γι’ αυτό…
Κόκκινο φόρεμα για περιστάσεις εκλεκτές, σαρκίο σωστό
Με μυρωδιά από ναφθαλίνη κι αγάπη. (Πού να βρίσκεται τώρα άραγε;)
Ίσως να νομίζει ότι την έχω ξεχάσει,
γιατί τα μνήματα μου προκαλούν αποστροφή.
Τα μάτια τους, κόκκινα απ’ το κλάμα
και τα κορμιά τους γεμάτα ουλές και εκδορές
απ’ τους σταυρούς που κάρφωσαν επάνω τους,
επάνω της.
Θα το ‘θελα πολύ- αλήθεια-
να της χαρίσω έστω και τώρα την αγάπη που σπανίως εκδήλωνα.
Γιατί ο θάνατος γλυκαίνει την ανάμνηση και την μα όχι την ενοχή.
Μπαστάρδι, να το ξες, του αναπόφευκτου και του οριστικού είναι η ΜΕΤΑΝΟΙΑ.
Όχι, τουλάχιστον, γι’ αυτό το σπίτι δεν έχω μετανιώσει-
ακόμα.
Επένδυση σου λέει μετά και μαλακίες.
Μα δεν το ξέρουν, πως σ’ ανθρώπους μόνους δεν πρέπει να μιλάς για ρίσκο;
Ετούτοι ζούνε στον αστερισμό του, βιώνουν την σκληρότητά του
Καθότι το διακύβευμα είναι ανύπαρκτο, εξαιρουμένης της δικής τους ευτυχίας.
Γι’ αυτούς, για μας, επανεκκίνηση δε στοιχειοθετείται,
μονάχα μία επαναλαμβανόμενη εκκίνηση.
Η επανεκκίνηση προϋποθέτει, βλέπεις, το υπαρκτό σημείο αναφοράς.
Κι εκτός αυτού, θαρρώ πως έχω το δικαίωμα να απολαμβάνω
-έστω και μόνη- αυτές τις ταξιδιάρες χαραμάδες που δέχονται το χάδι του ήλιου,
Τις θρασείες ακτίνες που εισδύουν στο βυθό της σκέψης μου και με ξεγυμνώνουν.
Ίσως και τη μόνιμη ακαταστασία που προσεγγίζει τα όρια της τάξης.
Αχ κόπηκες, ένα λεπτό να… Πρόσεχε! Τα μαχαίρια είναι ακόμη κοφτερά.
Το διαπίστωσα όταν έκοβα το κρέας
κι ένιωθα το κορμί μου ολάκερο να σείεται
θρηνώντας το χαμό του ζωντανού.
Αλήθεια, πόσο μάταιο να θρηνεί ο θύτης για το θύμα;
Σε κούρασα με τα δικά μου, Πώς είναι η νέα σου ζωή; Πώς ήταν το ταξίδι;
Για μένα… δεν ήτανε νέα, γιατί απλούστατα δεν ήτανε ζωή.
Λες και κουβαλούσα μέσα μου ένα νεκρό παιδί.
Της υπάρξεως η ελευθεριότητα
Κυκλωμένη από την υποχρεωτικότητα του θανάτου, του τέλους.
Υποχρεωτική αναχώρηση τώρα. Τίτλοι τέλους. Αυθαίρετοι όπως πάντα.
Θυμάσαι να σε ρώτησαν ποτέ, αν θέλεις να τελειώσει?
Φύγε. Φύγε ΤΩΡΑ. Όπως ΤΟΤΕ.
Φύγε. Σ’ εσένα μιλάω. Τώρα, ΤΩΡΑ, μ’ ακούς;
Με διαρρηγνύεις. Έτσι απλά. Με διαρρηγνύεις.
Πώς τολμάς να μ’ επισκέπτεσαι ακάλεστος;
Κομματιάζεις την ατάραχη πραγματικότητα που αγωνίστηκα να κυοφορήσω.
Καρπός του πόνου και του μίσους.
Μα δε σε συγκινεί η παρανομία;
Πλάνη αμείλικτη η μονιμότητα,
Ακολουθείται από την απειλή της αλλαγής, σωστά.
Με πονάς… Πονάω! (γιατί αγαπώ μισώντας σε)
Σε παρακαλώ, περιμένω παρέα.
Άσε τα μάτια μου, δε λένε την αλήθεια
Μούσκεψαν απ’ τη βροχή, Αυτό είναι ειλικρίνεια.
Καθρεφτίζουν τη φενάκη που ορθώνεται μπροστά μου. ΕΣΕΝΑ.
Θυμήσου, ποτέ δε μ’ άρεζε να κρύβομαι-
Τόσο άτεχνα και επιπόλαια.
Καλή συνέχεια, Καλή όρεξη, Καλή ζωή.
Έλα να σε φιλήσω,
Αντίο.
Αντίο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου