Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2012

Ο νέος εγχώριος κοινωνικο – πολιτικός διαχωρισμός



Μερικές φορές υπάρχει πλήρες παράδοξο ανάμεσα σε ό,τι βλέπουμε και ό,τι ακούμε. Ανάγνωση αποφάσεων ή διαγγελμάτων παρουσιάζονται ως εξωραϊσμένες και ήρεμες εικόνες παρά τις «σεισμικές» επιπτώσεις που μπορεί να έχει η εφαρμογή τους. Μια τέτοια εικόνα ήταν και το διάγγελμα του πρώην πρωθυπουργού της χώρας Γεωργίου Αν. Παπανδρέου στις 10 Μαϊου 2010 από το λιμάνι του ακριτικού Καστελόριζου. Το γαλήνιο φόντο της ηλιόλουστης θάλασσας, με τα καΐκια και τα καραβάκια να αρμενίζουν αμέριμνα δε σύναδε επ’ ουδενί με την απόφαση που ανακοίνωνε στον ελληνικό λαό περί της εισόδου της χώρας στον ευρωπαϊκό μηχανισμό οικονομικής στήριξης και στο ΔΝΤ.

Άσχετα αν πολλοί δεν θεώρησαν τόσο υψίστης σημασίας την ώρα εκείνη, επρόκειτο για τη στιγμή που αποτέλεσε την αφετηρία για την πιο βίαιη κοινωνικοπολιτικοοικονομική μεταστροφή που γνώρισε ποτέ η σύγχρονη Ελλάδα, καθώς οι σκληροί όροι οικονομικής προσαρμογής θα ανέτρεπαν το οικονομικό και, ως επέκταση αυτού, το κοινωνικό status quo μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού του κράτους. Επρόκειτο για τη στιγμή που θα επανακαθορίζονταν οι πολιτικές τοποθετήσεις των δυνάμεων της αστικής δημοκρατίας, οι οποίες και θα καθόριζαν την πορεία των κομματικών σχηματισμών στη νέα περίοδο, καθώς, εκείνη την ώρα, τελείωνε* η περίοδος της Μεταπολίτευσης, η οποία και είχε εδραιωθεί συνειδησιακά στη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων και ξεκινούσε η νέα πολιτική πραγματικότητα. Επρόκειτο για μία κίνηση, οι προεκτάσεις της οποίας θα επανέφεραν μνήμες σκοτεινών περιόδων και μαύρων στιγμών για τον ελληνισμό. Πολύ περισσότερο επρόκειτο για ένα ακόμη κομβικό σημείο στην πολιτική ιστορία της Ελλάδας, καθώς το περίφημο μνημόνιο που εισήλθε στη ζωή των πολιτών θα καθόριζε το νέο και, συνάμα, τον πρώτο κοινωνικό διαχωρισμό της ελληνικής κοινωνίας στον 21ο αιώνα: το διαχωρισμό ανάμεσα στους υποστηρικτές του μνημονίου (μνημονιακούς) και στους πολέμιους αυτού(αντιμνημονιακούς).

Ο κοινωνικοπολιτικός, ταξικός διαχωρισμός, ο οποίος και ενυπάρχει υποβόσκων στην πλειοψηφία των εθνικών κρατών και, πολύ περισσότερο, σε ένα κράτος όπως το ελληνικό, όπου οι ιδεολογικές, πολιτικές διαφορές προσλαμβάνουν έντονο και εκρηκτικό – σε πολλές περιπτώσεις – χαρακτήρα εμφανίζεται με τη μορφή μεγάλης πόλωσης και έντασης σε περιόδους όπου και διαμορφώνονται μεμονωμένα γεγονότα υψίστης σημασίας για την ιστορική πορεία του έθνους. Η διαιρετική τομή την οποία και υφίσταται σε μια τέτοια περίοδο η κοινωνία είναι αυτονόητο ότι προσλαμβάνει – αρχικά – τη μορφή δημοκρατικής εκπροσώπησης, μέσω των κομματικών σχηματισμών. Τα κόμματα αντιστοιχούν σε ιστορικά διαμορφωμένες δέσμες προτάσεων, οι οποίες προέκυψαν από την αλληλουχία των κοινωνικών συγκρούσεων και το καθένα καλείται να αντιπροσωπεύσει ένα τμήμα της κοινωνίας, σε μια σχέση που βασίζεται στην αντιπαράθεση του «εμείς» και «οι άλλοι»*.

Είναι αυτονόητο ότι οι κομματικοί σχηματισμοί, παρά την ιδεολογική τους κατεύθυνση, ανασκευάζουν την κομματική τους τοποθέτηση ως προς το κομβικό γεγονός και μέσω αυτού πορεύονται – με τις όποιες συνέπειες – στη νέα πολιτικοκοινωνική περίοδο. Στις αρχές του 20ου αιώνα, η Ελλάδα διαιρέθηκε, κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο σε Βενιζελικούς – Αντιβενιζελικούς. Η κόντρα έλαβε διαστάσεις εμφυλίου πολέμου και οδήγησε – έμμεσα – στην τραγωδία της Μικρασίας, το 1922 και στον ξεριζωμό του ποντιακού και μικρασιατικού ελληνισμού. Το γεγονός που αποτέλεσε το έναυσμα της σύγκρουσης μεταξύ του παλατιού και του τότε πρωθυπουργού Ελ. Βενιζέλου ήταν η έναρξη του Πολέμου και ο τρόπος που θα έπρεπε να κινηθεί η χώρα*. Οι πολιτικές δυνάμεις της εποχής απορροφήθηκαν από το ένα ή το άλλο στρατόπεδο, ενώ οι κοινωνικές συγκρούσεις αύξησαν το μίσος μεταξύ των δύο αντιμαχόμενων δυνάμεων.

Η εμφύλια σύρραξη που αποφεύχθηκε τότε, δεν μπόρεσε να αποτραπεί αμέσως μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1944. Η σφαίρα επιρροής που θα ανήκε η Ελλάδα*, συνεπώς και η ιδεολογική κατεύθυνση που θα ακολουθούσε η χώρα στο μέλλον ήταν το γεγονός που οδήγησε στη νέα διαίρεση της κοινωνίας. Οι εθνικόφρονες χωρίστηκαν από τους κομμουνιστές, οι πρώτοι επικράτησαν στον εμφύλιο και ο διαχωρισμός κράτησε – με έμμεση ανατροφοδότηση των παθών από το παλάτι και τις δεξιές κυβερνήσεις – περίπου 20 χρόνια. Με την άνοδο της Ε.Κ. στην εξουσία, το 1963 για πρώτη φορά η διαιρετική τομή έδειξε μιαν άμβλυνση, καθώς παρατηρήθηκε μια κάποια ριζοσπαστικοποίηση των πολιτών, καθώς και μία τάση απεμπλοκής από τα χρόνια μίση της μετεμφυλιακής Ελλάδας.

Η βίαιη διακοπή κάθε επίσημης αλλαγής στην πολιτική νοοτροπία και κατεύθυνση του λαού, με την επιβολή της Δικτατορίας των συνταγματαρχών ( 1967 – 1974 ) δε στάθηκε ικανή, παρ’ όλα αυτά να ανακόψει επί της ουσίας το ποτάμι της αλλαγής που βρισκόταν υπό διαμόρφωση. Η εμφάνιση στο προσκήνιο νέων πολιτικών μορφωμάτων, κυρίως του ΠΑΣΟΚ, η εκλογική νομιμοποίηση του ΚΚΕ, η σχετική οικονομική και πολιτισμική ευημερία που απολάμβανε τη δεκαετία του ’70 η χώρα και, βέβαια, το διεθνές κλίμα που επηρέαζε την πολιτική κατεύθυνση της ενεργής νέας γενιάς* έστρεψε την πολιτική κινητοποίηση της εποχής να οδηγηθεί σε ένα έντονο δίπολο μεταξύ δεξιάς – αντιδεξιάς, δίπολο που σε μεγάλο βαθμό πιστώθηκε ο ηγέτης του ΠΑΣΟΚ Αν. Παπανδρέου. Η νέα βάση νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος ήταν ένα ανοιχτό δημοκρατικό σύστημα, αντιφασιστικό και όχι αντιολοκληρωτικό με ιδεολογική κυριαρχία της λεγόμενης προοδευτικής – δημοκρατικής κουλτούρας που προερχόταν από τους αντιπάλους του μετεμφυλιακού κράτους της δεξιάς και σταθερά προσανατολισμένο σε μία ιδεολογική διαμάχη και όχι σε ταξική *.

Δεδομένης της έντονης κομματικοποίησης που προσέλαβε η οξύτατη ιδεολογική πόλωση κατά την περίοδο της Μεταπολίτευσης, με την ανάδειξη των σχηματισμών και, κυρίως, των δύο φορέων (ΠΑΣΟΚ – ΝΔ) που μονοπώλησαν την εξουσία το συγκεκριμένο διάστημα, σε μαζικά κόμματα, της ανάδειξής τους σε κύριους φορείς επαγγελματικής και κοινωνικής αποκατάστασης* και η συνεπακόλουθη αυτού μεγάλη κοινωνική κινητικότητα «προς τα πάνω» της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού, είχε ως αποτέλεσμα να διαμορφωθεί αλλά και να αντέξει στη φθορά του χρόνου και της συνεχούς εναλλαγής στην εξουσία ένα πολύ ισχυρό δίπολο, το οποίο άντεξε και μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’90, έως και το τέλος της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα. Πράγματι , ακόμα και μετά από γεγονότα όπως η συγκυβέρνηση του 1989 – 1990, οι διεθνείς ανατροπές με την κατάρρευση του ενός από τους δύο γίγαντες του Ψυχρού Πολέμου, η ανάδειξη μετριοπαθών ιδεολογικά κυβερνήσεων* και η σταδιακή κυβερνητική φθορά, τα δύο αποκαλούμενα «μεγάλα κόμματα» άντεξαν εξαιτίας της κομματικής τους οργάνωσης, παρά τη σταδιακή πολιτική απομυθοποίηση.

Το γεγονός – καταλύτης που οδήγησε με ιδιαίτερα έντονο τρόπο στον κοινωνικό μετασχηματισμό και στην ανατροπή των παραδοσιακών συσχετισμών ήταν, χωρίς αμφιβολία η απόφαση – ολετήρας της προσφυγής της Ελλάδας στο ΔΝΤ, το Μάη του 2010 και, εν συνεχεία, τα χρόνια εφαρμογής του. Η άγρια και, χωρίς υπερβολή, απάνθρωπη δημοσιονομική προσαρμογή που δέχτηκε η ελληνική κοινωνία, προκειμένου να «εξυγιανθεί το κράτος» είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθεί δραματικά η κοινωνική εξαθλίωση, η ανεργία να φθάσει σε δυσθεώρητα ύψη και η ελληνική παραγωγή να στραγγαλιστεί εντελώς. Το αποτέλεσμα, ωστόσο, όχι μόνο δεν έφερε τα αποτελέσματα που περίμεναν οι ηθικοί αυτουργοί του δράματος – οι κυβερνήσεις και οι πολιτικοί που υπέγραψαν το μνημόνιο – αλλά, αντίθετα βύθισε τη χώρα σε τραγική ύφεση, ενώ, παράλληλα, αναπτύχθηκε έντονα άσχημη, ως ένα σημείο ρατσιστική, αντιμετώπιση της Ελλάδας από τις χώρες – εταίρους στην Ευρώπη. Συνεπώς, η βίαιη κοινωνικά αλλά βελούδινη εκλογικά μετάβαση έπρεπε να θεωρείται δεδομένη*. Ο ιδεολογικός διαχωρισμός έδωσε και πάλι τη θέση του στον ταξικό, με μήλον της έριδος – άρα και κύρια διαχωριστική γραμμή – το μνημόνιο. Από τη μία οι υποστηρικτές του και από την άλλη οι πολέμιοι.

Τα ταξικά στρατόπεδα, όπως έχουν προκύψει από το νέο μετασχηματισμό, είναι τα ανώτερα οικονομικά στρώματα, ορισμένοι θεωρητικοί του νεοφιλελευθερισμού, παράγοντες του σκοτεινού περιβάλλοντος της εγχώριας διαπλοκής – που σχετίζονται ακόμη και με ορισμένα ΜΜΕ – και μία μικρή μερίδα ψηφοφόρων των κομμάτων του μνημονίου που επιθυμούν απαρέγκλιτη εφαρμογή των συμφωνηθέντων με τους διεθνείς πιστωτές(τρόικα, ΔΝΤ) λόγω τυφλής κομματικής οπαδικής πειθαρχίας. Από την άλλη, υπάρχει η μεγάλη πλειοψηφία των παραγωγικών ηλικιών(18 – 55), οι θεωρητικοί των ακραίων εξτρεμιστικών φωνών(δεξιά – αριστερά)και, κυρίως, τα μεσαία και τα κατώτερα λαϊκά στρώματα, τα οποία και υπέστησαν τη μεγαλύτερη επίθεση των κυβερνητικών εφαρμογών του μνημονίου*. Ο διαχωρισμός αυτός, πιο περίπλοκος στην αρχή, γίνεται όλο και πιο καθαρός όσο περνά ο καιρός, η μνημονιακή πολιτική συνεχίζεται και η ύφεση βαθαίνει ρίχνοντας συνεχώς περισσότερο τμήματα του πληθυσμού στη δίνη της φτώχειας και της εξαθλίωσης.

Κατά τη θεσμική, ηθική, αξιακή κρίση που βιώνει, πλέον η κοινωνία, ως απότοκο της χρόνιας κυβερνητικής κακοδιαχείρισης αλλά, κυρίως, κατά τα χρόνια εφαρμογής των νεοφιλελεύθερων επιταγών του μνημονίου, οι υφιστάμενοι κομματικοί φορείς, έχουν περιέλθει, με τη σειρά τους, σε μια περίοδο επανασύστασης και επανακαθορισμού των θέσεών τους. Το ιδεολογικό στίγμα, με βάση το οποίο, τα πολιτικά κόμματα κινήθηκαν στη μακρά διάρκεια της Μεταπολιτευτικής Περιόδου, επαναπροσδιορίστηκε με ταχύ και βίαιο τρόπο, καθώς οι περιστάσεις δεν επέτρεπαν σταδιακές μεταβολές. Η θεωρητική βάση, πλέον, δεν είναι ο διαχωρισμός δεξιάς – αντιδεξιάς αλλά η θέση τους πάνω στο θέμα του μνημονίου, ενώ, σε πολλές περιπτώσεις, υπήρξαν έντονες παραμορφώσεις στην ιδεολογική κατεύθυνση ορισμένων πολιτικών χώρων ακριβώς λόγω της εφαρμογής του*.

Και πως θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, άλλωστε, όταν η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, όχι μόνο σε εγχώριο αλλά και σε διεθνές επίπεδο βρίσκεται σε μία μεταβατική περίοδο, μια περίοδο αναπροσαρμογής της κατεύθυνσής των κοινωνιών, με βάση τα νέα δεδομένα που έχουν προκύψει από την υψηλή αύξηση του μορφωτικού επιπέδου, των αναπτυξιακών μεταρρυθμίσεων που καθόρισαν ένα υψηλό επίπεδο διαβίωσης στα περισσότερα κράτη – κυρίως στο δυτικό κόσμο – αλλά και τη μεγάλη συμβολή της τεχνολογικής ανάπτυξης και της προόδου στις τηλεπικοινωνίες. Στην Ελλάδα λ.χ., επιβλήθηκε η πολιτική λιτότητας, η οποία ισοδυναμεί με οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό, πολιτισμικό πισωγύρισμα σε μία εποχή όπου πάνω από το μισό πληθυσμό από 18 έως 40 ετών, δηλαδή η παραγωγική γενιά είναι μορφωμένοι, έχουν βιώσει την εποχή της αξιοπρεπούς διαβίωσης και αρνούνται να συμβιβαστούν με μία ζωή κατώτερη από εκείνη των γονέων τους, ενώ την ίδια στιγμή, η υψηλή διαδικτυακή – κυρίως – επικοινωνία τους επιτρέπει να ανταλλάσουν ταχύτατα πληροφορίες και , ως εκ τούτου, να αμφισβητούν με πολύ μεγαλύτερη ευκολία τις οποιεσδήποτε δομές, που λαμβάνουν ένα είδος καθεστώτων*.

Σε μία τέτοια εποχή είναι τόσο μεγάλη η κοινωνική ρευστότητα που είναι πολύ δύσκολο να ξαναγίνουμε μάρτυρες οξυμένων ιδεολογικών διαχωρισμών, όπως στο παρελθόν, παρ όλο που οι ιδεολογικές κατευθύνσεις θα συνεχίσουν να υφίστανται όσο υφίστανται οι ταξικοί διαχωρισμοί. Πιο πιθανή είναι η συνεχής εναλλαγή μεταξύ τωντρόπων έκφρασης των αντικρουόμενων απόψεων – κάτι που αν ισχύσει θα καταστήσει τα πολιτικά κόμματα πρόσκαιρα και αναλώσιμα – με μία στροφή προς ένα είδος πιο άμεσης δημοκρατίας, με βάση την ανοιχτή και εύκολη επικοινωνία. Το βέβαιο είναι ότι η υφιστάμενη μνημονιακή πολιτική έχει κατορθώσει να διαχωρίσει και πάλι ταξικά τους λαούς*, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε όποιες χώρες εφαρμόζεται παρόμοια συνταγή. Οι ομάδες των πολιτών διαχωρίζονται, τουλάχιστον στη χώρα μας με βάση την άποψή τους περί μνημονίου. Όσο και αν προσπάθησαν ορισμένες πολιτικές δυνάμεις να προωθήσουν σε ένα διαφορετικό πλαίσιο την κοινωνική διαίρεση*, αυτό δεν αποτέλεσε παρά τον τελευταίο ρόγχο ενός ετοιμοθάνατου συστήματος, το τελευταίο καταφύγιο πριν την ολοκληρωτική του εξαφάνιση.

Και αυτό, διότι μέσα σε όλη αυτή τη σύγχυση και τη φλυαρία, οι επί χρόνια κυρίαρχες πολιτικά δομές δεν κατόρθωσαν να υπερβούν την παραδοσιακή νομή της πολιτικής και να προσαρμοστούν στα νέα κοινωνικά δεδομένα που οι ίδιοι προκάλεσαν. Συνεπώς, η αποξένωση από το σύνολο του λαού, της μάχιμης κοινωνίας είναι γεγονός. Ο κοινωνικός μετασχηματισμός εκφράστηκε μέσα από το μεγάλο γεγονός που δημιούργησε νέα κοινωνική κινητικότητα, δηλαδή την αποδοχή ή την άρνηση του μνημονίου και της συνεπακόλουθης πολιτικής.

Κατά το επόμενο διάστημα θα υπάρξει και πάλι – όπως πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις – μια διάσταση μεταξύ των αντιμαχόμενων που θα αφορά το κοινωνικό στρώμα που θα ηγεμονεύσει στη νέα εθνική ολοκλήρωση, καθώς και στην κοινωνική συμμαχία, στην οποία θα στηρίζεται αυτή η ηγεμόνευση*. Το ευτύχημα θα είναι να υπάρξει ομαλή μετάβαση χωρίς αιματηρές συγκρούσεις, όπως στις Αραβικές χώρες κατά την Αραβική Άνοιξη, όπως επίσης και να σταθμιστούν λογικά ορισμένες επιλογές φοβικού και συντηρητικού τύπου. Γιατί η απόγνωση που υπάρχει στη μεγάλη μάζα του πληθυσμού και η έλλειψη ελπίδας μπορεί να λάβει ανεξέλεγκτα αποτελέσματα και να στρέψει την κοινωνία, λόγω της αβεβαιότητας και της έλλειψης κοινωνικής ομαλότητας στις εξτρεμιστικές οργανώσεις των άκρων• κίνηση που ενδέχεται να οδηγήσει σε νέα προβλήματα κινδύνου κατάλυσης των θεσμικών κεκτημένων. Ας υπάρξει τελικά επικράτηση της πολιτικής εκείνης που θα κρατήσει για μια ακόμη φορά τον ελληνικό λαό περήφανο και αξιοπρεπή στο παγκόσμιο στερέωμα…


Χρήστος Λ. Βάντζος
Άρτα, 29.6.2012



--------------------------------
1*  Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις αρκετών πολιτικών κοινωνιολόγων και αναλυτών..

2*  Ηλίας Νικολακόπουλος

3*  Ο Βενιζέλος επιθυμούσε η χώρα να συνταχθεί με τις δυνάμεις της ΑΝΤΑΝΤ, ώστε η χώρα να
αποκομήσει εδαφικά οφέλη. Ο βασιλιάς Κων/νος, δεδομένων των στενών του δεσμών με τη
Γερμανική αυτοκρατορία, επιθυμούσε η χώρα να κρατήσει ουδέτερη στάση.

4*  Με τη συμφωνία της Γιάλτας, ο κόσμος μοιράστηκε σε τρείς σφαίρες επιρροής: των Η.Π.Α., της Ε.Σ.Σ.Δ. και της Μεγάλης Βρετανίας.

5*  Γεγονότα όπως ο Μάης του ’68 και η εξέγερση του Πολυτεχνείου επηρέασαν έντονα την ιδεολογική  κατεύθυνση της νέας γενιάς.

6*  Γιάννης Βούλγαρης

7*  Τα κόμματα, σύμφωνα με τον Γ. Βούλγαρη, αποτελούσαν τους πιο μαζικούς και έγκυρους θεσμούς  επιλογής του πολιτικού – διοικητικού προσωπικού της χώρας.

8*  Σημίτη, Κ. Αλ. Καραμανλή, Γ. Αν. Παπανδρέου.

9*  Ορισμένες γνώμες παρομοιάζουν έντονα την κατάσταση στην Ελλάδα με τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, λίγο πριν την άνοδο στην εξουσία του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος, με όποιες ανατριχιαστικές προεκτάσεις μπορεί να εμπεριέχονται σε μία τέτοια σύγκριση.

10*  Είναι προφανές ότι η αδυναμία – ή η έλλειψη διάθεσης – των κυβερνώντων να εισπράξουν τα  χρήματα από τις πηγές που έπρεπε, όπως το μεγάλο κεφάλαιο, οι φοροφυγάδες, κ.τ.λ. έστεψε τα  βέλη τους προς τις ομάδες εκείνες των οποίων η οικονομική αφαίμαξη και η κοινωνική εξαθλίωση  ήταν η εύκολη λύση. Στους μισθωτούς, τους συνταξιούχους, τους ανέργους και τις ευπαθείς ομάδες  των κοινωνικών ταμείων.

11*  Δεν είναι τυχαίο ότι το ΠΑΣΟΚ π.χ., μετατράπηκε στη συνείδηση της κοινωνίας από κίνημα που εξέφραζε τους μη προνομιούχους αρχικά και τη μικρομεσαία τάξη αργότερα, σε κεντρώο νεοφιλελεύθερο μόρφωμα, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ, κρατώντας ξεκάθαρη αντιμνημονιακή στάση μετατράπηκε  από μικρό αριστερίζων κίνημα διαμαρτυρίας σε δυναμική που υπερβαίνει το χώρο της αριστεράς και απευθύνεται στην πλατιά μάζα των αντιμνημονιακών. Η ΝΔ κράτησε μια αξιομνημόνευτη πορεία συνεχών εναλλαγών από το ένα στρατόπεδο – των αντιμνημονιακών – στο άλλο, κίνηση που θεωρήθηκε μάλλον στοιχείο επιφανειακού αντιπολιτευτικού εντυπωσιασμού. Επίσης, κόμματα  όπως οι Ανεξάρτητοι Έλληνες ξεπήδησαν μέσα από τη διαμάχη μνημόνιο – αντιμνημόνιο, χωρίς σαφές ιδεολογικό πρόταγμα, με μόνη – αρχικά – κατεύθυνση την απόρριψη του μνημονίου, επίσης  απευθυνόμενοι σε όλες τις υπάρχουσες ιδεολογικές τάσεις που διαφωνούν με αυτό και ανέπτυξαν,  παρ όλα αυτά ένα ισχυρό αποτέλεσμα. Από την άλλη, κόμματα που θεωρούνταν ως παρακρατικές  οργανώσεις, όπως η Χ.Α. ανέπτυξαν μία τάση αντισυστημικού εξτρεμισμού, στα πλαίσια του  αντιμνημονισμού.

12*  Παρόμοιες περιπτώσεις αποτελούν και τα υπόλοιπα κράτη ανά την υφήλιο και, κυρίως, τα  ευρωπαϊκά, των οποίων η αναπτυξιακή πορεία διεκόπη από την εισαγόμενη από τη Γερμανία πολιτική λιτότητας, η οποία και βυθίζει στην ύφεση τις χώρες στις οποίες εφαρμόζεται, ενισχύοντας  το παρασιτικό κεφάλαιο, τις αγορές και τους τραπεζίτες.

13*  Ο διαχωρισμός δε γίνεται, βέβαια, με τους όρους που φαντάστηκε ο Carl Marx μεταξύ προλετάριων και αστών. Βρισκόμαστε στα πρόθυρα μίας εποχής Μεσαίωνα με το υπερελάχιστο  ποσοστό των κατεχόντων και την τεράστια πλειοψηφία των περιθωριακών.

14*  Π.χ. ο διαχωρισμός μεταξύ των ευρωπαϊστών και των αντιευρωπαϊστών που αναπτύχθηκε από τους θιασώτες του διλήμματος «ευρώ ή δραχμή» κατά την τελευταία περίοδο και, ιδιαίτερα, στην  πρόσφατη προεκλογική περίοδο.

15*  Ηλίας Νικολακόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου