Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

Θεόδωρος


Κι έσβησε ένα φως που φωτιζε όλο το τετραγωνο
κι απόμεινε άδεια η πλατεία με το άγαλμα της κόρης του.


Μεθυσμένα γράμματα τσιρίζουν παντού την παρουσία σου
και ποτήρια σπάζουν στο όνομα σου
και να που μυρίζει κρασί το σπιτι σου
κι ο καφές που σερβιρεται είναι πικρός
μα ο φραπές ζωντανός ακόμα και θολά τα γυαλια που φοροὐσες

ένα ψέμα ήσουν σε όλα τα ψεματα ανάμεσα
και ζωντανός μέσα στους νεκρούς
ανακάλυψη τυχαία η ζωή σου
και ο θρήνος σου λειψός

ζώα μόνο μείναν να θυμίζουν το ενδιαφέρον σου
και τα μάτια της γυναίκας σου γινήκανε γκριζοπρασινες λιμνες
που μέσα τους χωράνε ότι αντρίκιο είχες κι ωραίο
κι ο αδερφός σου σε θυμάται μόνο όταν πίνει μα κλαίει και λυπάται και γελάει
σε αγάπησε βλέπεις πιο πολύ απ τη γυναίκα του
μα εκείνη σε συγχώρησε

σβήσε τώρα φως
άσπιλο
κι άμολυντο
κι άγιο
και τυφλό

και την τηλεόραση και τις φωτογραφίες τις γεμίζουν άδειες εικόνες κι είδωλα φτηνά
μοντέλα

κι η μάνα σου η τοσο αδικημένη από τους δικούς της
σε θρηνεί
σαν να σουν ψέμα
κι αέρας
κι σιωπή
και φως

και τέλος στην αυλαία που τοσο πολύ αγάπησες
και σε μίσησε και έκλαψε
και κενό μνήμα σε περιμενει
και κενό θα μείνει αν το θέλεις

πέντε λεπτά διάλλειμα
και συνεχίζουμε την διάρρηξη
ζαλισμένα ποντίκια και λάθος τόνοι
έφτιαξαν τη ζωή σου
ένας καφές ήταν
και έμεινε στη σκόνη στο κουτάλι
πριν να μπει στο ποτήρι

καληνύχτα
καλό ξημέρωμα να εχεις
σε αγαπάω πολύ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου