Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

Η υπαρξιακή κρίση της ελληνικής Αριστεράς: ο κίνδυνος του συντηρητικού εθνικισμού


.....του Ραφαήλ Παπαδόπουλου





   Τα μέτρα λιτότητας και η συνεχής υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών, σε συνδυασμό με την άδικη κατανομή των βαρών και την μονομερή εμμονή στη δημοσιονομική προσαρμογή, έχουν συντελέσει στην πλήρη ανατροπή των κοινωνικών και πολιτικών συσχετισμών ιδιαίτερα τον τελευταίο χρόνο, με την εδραίωση ενός αντιμνημονιακού, και εν μέρει αντιευρωπαϊκού κλίματος, σε όλο και μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής κοινωνίας. Στα πλαίσια αυτά, τα κόμματα της αριστεράς(παραδοσιακής και ανανεωτικής), ως προνομιακοί εκφραστές της τάσης αυτής, έχουν επωφεληθεί πολιτικά, και αντιμετωπίζουν, για πρώτη φορά και με μεγάλες πιθανότητες υλοποίησης, το ενδεχόμενο της ανάληψης κυβερνητικής εξουσίας στις εκλογές αυτές, αφού με βάση τις τελευταίες δημοσκοπήσεις, η αριστερά, αν και πολυδιασπασμένη, συγκεντρώνει αθροιστικά πάνω από 40%. Ταυτόχρονα όμως, η ανάγκη εκπροσώπησης ενός όλο και διογκούμενου κοινωνικού ρεύματος, σε συνδυασμό με την διαφαινόμενη κατάρρευση του δικομματισμού, επιβάλλει στην αριστερά να επιλύσει μία σειρά από θεμελιώδεις εσωτερικές αντινομίες, που διαστρεβλώνουν επικίνδυνα την ταυτότητά της και αποκρύπτουν τα μεγάλα διακυβεύματα της εποχής.


Τα δύο πρώτα προβλήματα, είναι ευρύτερα γνωστά και πολλάκις διαπιστωμένα, όποτε θα περιοριστώ σε μία απλή αναφορά, χωρίς περαιτέρω ανάλυση: Πρώτο, η προαναφερθείσα διαχρονική πολυδιάσπαση της ευρύτερης αριστεράς, που δυσκολεύει πάρα πολύ την ανάληψη της πολιτικής εξουσίας, λόγω της αδυναμίας των κομμάτων του χώρου αυτού(ΚΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ, ΔΗΜΑΡ κτλ), να εντοπίσουν σημεία προγραμματικής σύγκλισης και κοινούς στόχους, βάσει των οποίων θα κυβερνήσουν, διατηρώντας ταυτόχρονα τις αναλλοίωτες ιδεολογικές και πολιτικές τους διαφορές. Δεύτερο, η πολλές φορές έντονα ριζοσπαστική, ενίοτε και αντικοινοβουλευτική, ρητορική κάποιων αριστερών κομμάτων(π.χ ΣΥΡΙΖΑ), που φτάνει σε σημείο ακόμη και σιωπηρής αποδοχής της βίας ως μεθόδου πολιτικής δράσης, απωθεί τους πολίτες που ανήκουν στην αριστερά αλλά ταυτόχρονα αποδέχονται την αστική πολιτική δημοκρατία (σοσιαλδημοκρατικός -κεντροαριστερός χώρος), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα κόμματα αυτά στοχεύουν πράγματι στην αμφισβήτηση και ανατροπή της φιλελεύθερης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Το σημαντικότερο όμως πρόβλημα της ελληνικής αριστεράς, ιδιαιτέρως από τότε που η χώρα υπέγραψε το πρώτο Μνημόνιο, και το οποίο εξαπλώνεται σαν ιός, απειλώντας να αλλοιώσει ολοκληρωτικά τα αιτήματα και το χαρακτήρα της, είναι η κυριαρχία στον πολιτικό λόγο της ευρύτερης Αριστεράς, του «πατριωτικού»- εθνικιστικού στοιχείου, που συνοψίζεται στην αντιπαράθεση Ελλάδας-θύματος και Ευρωπαίων εκμεταλλευτών. Η ρητορική αυτή, που δίνει έμφαση στην υποτιθέμενη «απώλεια της εθνικής κυριαρχίας», και στην «εθνική ταπείνωση», λόγω του Μνημονίου 2 , διακηρύσσοντας σε δραματικούς τόνους ότι στόχος της ασκούμενης πολιτικής υπό ευρωπαϊκή επιτροπεία, είναι η εκμετάλλευση και η «υποκλοπή» των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας, από ξένα οικονομικά συμφέροντα και τις ισχυρές οικονομικά ευρωπαϊκές χώρες(κυρίως τη Γερμανία), διακρίνεται όλο και πιο έντονα στο λόγο των «αντιμνημονιακών» δυνάμεων που αυτοχαρακτηρίζονται αριστερές(ΣΥΡΙΖΑ, «Άρμα πολιτών» κτλ), δημιουργώντας ένα επικίνδυνο κλίμα περιχαράκωσης και απομονωτισμού. Αυτή η εθνικιστική -«πατριωτική» ρητορική, παρότι βραχυπρόθεσμα μπορεί να είναι ελκυστική για μεγάλο μέρος των εκλογέων, αφού είναι απλουστευτική και «ευκολοχώνευτη», μακροπρόθεσμα θα έχει ολέθριες και διαλυτικές συνέπειες για τη φυσιογνωμία και το μέλλον της αριστεράς.

Οι συνέπειες αυτές εντοπίζονται σε δύο διαφορετικά επίπεδα, που αλληλοεπηρεάζονται: Στο επίπεδο της πολιτικής και ιδεολογικής ταυτότητας της Αριστεράς, ο εθνικιστικού χαρακτήρα «αντιμνημονιακός» λόγος της , την ταυτίζει ιδεολογικά με την εθνικιστική Δεξιά, η οποία αυτονομείται πλέον από τη ΝΔ («Ανεξάρτητοι Έλληνες» του Π. Καμμένου και «ΠΑΤΡΙΔΑ» του Π. Ψωμιάδη). Η Αριστερά σε ρητορικό επίπεδο, εγκαταλείπει τις ιδεολογικές της ρίζες(δηλαδή τα ζητήματα της ισότητας και της αναδιανομής του πλούτου), και διολισθαίνει (με μόνη εξαίρεση το ΚΚΕ, γνωστό για τη διαχρονική σταθερότητα των θέσεών του) στον εθνικισμό και την αυτονομία έναντι των «ξένων», που παραδοσιακά εκφράζεται από τη συντηρητική και αντιδραστική Δεξιά, δίνοντας στην τελευταία το μονοπώλιο έκφρασης της κοινωνικής δυσαρέσκειας, και χάνοντας η ίδια(η Αριστερά) την ιδεολογική και πολιτική της αυτονομία και συνεπώς την ταυτότητά της. Έτσι, έχουμε φτάσει στο πολύ θλιβερό σημείο, ακόμα και ιστορικά στελέχη του χώρου αυτού με σπουδαία πορεία(όπως ο Μ. Θεοδωράκης και ο Μ. Γλέζος), να επικρίνουν το Μνημόνιο, χρησιμοποιώντας παρόμοια επιχειρήματα με αυτά του Π. Καμμένου , του Π. Ψωμιάδη, η, ακόμα χειρότερα, της Χρυσής Αυγής, η οποία, στηριζόμενη στο όπιο της «εθνικής υπερηφάνειας», προσπαθεί με τρομοκρατία και διαστρέβλωση των πάντων, να αφυπνίσει τα χειρότερα ένστικτα μίας δοκιμαζόμενης κοινωνίας, τα οποία οδήγησαν στα πρωτοφανή σε αγριότητα εγκλήματα του χιτλερικού ναζισμού κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Στο επίπεδο της πρακτικής πολιτικής, η συνεχής χρήση «πατριωτικών» κορωνών και στερεοτύπων από την Αριστερά, υποτιμά και διαστρεβλώνει εντελώς αυτό το οποίο λαμβάνει χώρα σήμερα στην Ελλάδα: δεν πρόκειται για μία απόπειρα κατάλυσης της εθνικής κυριαρχίας(η οποία έχει εκχωρηθεί αυτοβούλως με την υπογραφή του πρώτου Μνημονίου και ακόμα νωρίτερα, αφού οι βάσεις τέθηκαν με την είσοδο της χώρας στην ΕΟΚ και μετά στην Ευρωζώνη), όπως παπαγαλίζουν διάφοροι «Ελληναράδες». Η συμμετοχή στις σημερινές παγκοσμιοποιημένες διεθνείς σχέσεις, προϋποθέτει εξάλλου την αποδοχή της πολυπολιτισμικότητας των κοινωνιών και την εκχώρηση ορισμένων αρμοδιοτήτων των εθνών-κρατών σε υπερεθνικούς οργανισμούς, προκειμένου να διασφαλιστεί η ειρηνική επίλυση διακρατικών διαφορών. Στην πραγματικότητα, η Ελλάδα, λόγω αδυναμιών οργάνωσης στη δημόσια διοίκηση, δομικών προβλημάτων στην οικονομία της και ανίκανης και ανυπόληπτης πολιτικής ηγεσίας, ήταν το πρόσφορο έδαφος για να επιβληθεί με τις ελάχιστες δυνατές κοινωνικές αντιδράσεις και με αφορμή την κρίση χρέους, η πιο ακραία εκδοχή της νεοφιλελεύθερης πολιτικής, με αιχμή του δόρατος τις ιδιωτικοποιήσεις, την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, την οριζόντια λιτότητα και την κατάργηση του κοινωνικού κράτους. Η πολιτική αυτή, που αποτελεί οικονομική ορθοδοξία για την σημερινή πολιτική ηγεσία της ΕΕ και το ΔΝΤ, παρά τις ολέθριες συνέπειές της στην οικονομία και την κοινωνική συνοχή, προβάλλεται ως μονόδρομος, με τη χρήση εκβιαστικών διλημμάτων σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Είναι σαφές ότι το ελληνικό, το ιρλανδικό και το πορτογαλικό μνημόνιο, θλιβερές απομιμήσεις της ίδιας αποτυχημένης «συνταγής», αποτελούν πρόδρομο ώστε η συνταγή αυτή να εφαρμοστεί στο μέλλον σε όλη την Ευρώπη, κι αυτό έχει γίνει κατανοητό από τους ευρωπαϊκούς λαούς, όπως δείχνουν οι διαδηλώσεις αλληλεγγύης προς τη χώρα μας.

Είναι επίσης σαφές ότι η πολιτική αυτή οδηγεί με ακρίβεια στην διόγκωση των οικονομικών ανισοτήτων, σε ανεργία, εξαθλίωση και κοινωνική έκρηξη. Το πρόβλημα έχει διεθνείς, κι όχι εθνικές διαστάσεις, αφού το νεοφιλελεύθερο πρότυπο δε γνωρίζει σύνορα ή άλλες εθνικές διαφορές. Αυτό το πρότυπο πρέπει να καταπολεμήσει η προοδευτική αριστερά σε όλο τον κόσμο και να το ανατρέψει προτάσσοντας την αναδιανομή του πλούτου και την ανασύσταση του κοινωνικού κράτους μέσω του κρατικού παρεμβατισμού, ώστε να επανέλθει η ανάπτυξη και η ευημερία. Κατά συνέπεια, η εγχώρια αριστερά, αντί να επαναλαμβάνει συνεχώς θρήνους και απειλές για τη χαμένη «εθνική αξιοπρέπεια» και το «Δ’ Ράιχ», θα έπρεπε να προσπαθήσει να συγκροτήσει μία διεθνή συμμαχία με τις κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις των ευρωπαϊκών χωρών οι οποίες αντιτίθενται στον οικονομικό νεοφιλελευθερισμό από αριστερή σκοπιά (δηλαδή από τη σκοπιά της οικονομικής- κοινωνικής δικαιοσύνης και όχι της εθνικής ανεξαρτησίας, η οποία δεν έχει καμία σχέση με τα όσα γίνονται διεθνώς), και να συγκροτήσουν από κοινού μία αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση.

Εν κατακλείδι, σε μία εποχή που ο νεοφιλελεύθερος μύθος της αυτορρυθμιζόμενης αγοράς καταρρέει με πάταγο, και που οι ίδιοι άνθρωποι που υποστήριξαν αυτό το ιδεολόγημα, το οποίο οδήγησε στη χρηματιστηριακή φούσκα και την παγκόσμια κρίση του 2008, καλούνται, σε παγκόσμιο επίπεδο, να την αντιμετωπίσουν, η αριστερά θα έπρεπε να κυριαρχεί πολιτικά, τουλάχιστον στην Ευρώπη, εκμεταλλευόμενη την κραυγαλέα αυτή αντίφαση. Η διαπίστωση αυτή αφορά κυρίως τη χώρα μας, όπου οι τραγικές συνέπειες του ακραίου οικονομικού νεοφιλελευθερισμού γίνονται αισθητές με τρόπο τραγικό στην κοινωνία, την οικονομία και το πολιτικό σύστημα. Αν η ελληνική αριστερά εγκαταλείψει, έστω και με καθυστέρηση, την περι έθνους ρητορική και ξαναβρεί τον πραγματικό εαυτό της μέσω των πολιτικών αγώνων για κοινωνική αναδιανομή και δικαιοσύνη, τότε μπορεί να ενωθεί και να κυριαρχήσει πολιτικά, αγωνιζόμενη κατά του νεκραναστημένου νεοφιλελευθερισμού, δίνοντας στην κοινωνία πραγματική εικόνα του τι διακυβεύεται και προσφέροντας της ένα ρεαλιστικό όραμα για το μέλλον. Αν καταφέρει να κάνει την υπέρβαση αυτή, θα αποκτήσει αυτονομία και δεν θα προσβληθεί ποτέ ξανά από το μικρόβιο του εσωστρεφούς εθνικισμού, αφήνοντας τους λαοπλάνους κήρυκες της «πατριωτικής» ακροδεξιάς, με τις «εθνεγερτικές» προσκλήσεις τους, να διαψευσθούν από τα γεγονότα και να μπουν τελικά στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, όπου ανήκουν. Ειδάλλως…

1 σχόλιο:

  1. Κωνσταντίνος Κολοκυθάς29 Φεβρουαρίου 2012 - 9:39 μ.μ.

    Αγαπητέ Ραφαήλ,
    πρώτον, καλά όσα λές, αλλά πέρα απο το νεοφιλελεύθερο μακελειό που μας επιβάλλεται χρόνια τώρα(εντεινόμενα απο το 2009 και μετά), η Αριστερά οφείλει, πιστεύω, να υπερασπιστεί την εθνική αξιοπρέπεια και ακεραιότητα που αυτό το μακελειό επιβάλλει(και βγάζω απέξω συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ και όλη την ΔΗΜΑΡ). Άλλωστε αυτοί κατά πλειοψηφία έχουν ψηφίσει την συνθήκη του Μάαστριχτ, που προβλέπει όλα τα βιωματικά μας πλέον δεινά.
    Απο την άλλη είμαι της άποψης, όπου βλέπεις φρασεολογία που να θυμίζει φασισμό και εθνοκαπήλευση, κάτι που συνάδει με άκρα δεξιά, αλλά απο αριστερά χείλη, γίνεται καθαρά για ψηφοθηρικούς λόγους. Έτσι νομίζω! Και αυτό επίσης είναι ένα πρόβλημα, γιατί η μάχη δεν θα δοθεί μόνο στις κάλπες αλλά απανταχού μέσα στην κοινωνία, οργανωμένα πάντα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή