Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2011

Αποκλεισμένοι στην κοινωνία των αντιθέσεων

.....του Νίκου Βράντση



   Σε κοιτάζουν εξεταστικά με το διστακτικό, χαμηλωμένο τους βλέμμα και προσπαθούν να κατανοήσουν σε ποια κατηγορία ανθρώπων ανήκεις. Σε αυτούς που θα τους χλευάσουν, σε αυτούς που θα τους αγνοήσουν ή σε εκείνους τους λίγους που θα προσπαθήσουν να τους κατανοήσουν.
Στα μάτια τους διακρίνεις μια βασανισμένη ειλικρίνεια και μια ελπίδα για ένα αύριο καλύτερο. Παρά τις κακουχίες που έχουνε βιώσει η αισιοδοξία τους δεν εκλείπει. Όταν τους ρωτάς τι είναι αυτό που ζητάνε από έναν κόσμο ιδανικό, όλοι θα σου απαντήσουν το ίδιο. «Ισότητα». Αυτό άλλωστε δεν λαχταράμε όλοι;

Ο Ιρακινός Χοσιαρ και η Λύβια Σοφία μου περιέγραψαν πολλά. Την ζωή τους, τις προσδοκίες τους, την αγάπη τους και τις επιδιώξεις τους. Τα βάσανα που προσπαθούν με σθένος να ξεπεράσουν και τις εσφαλμένες στερεότυπες αντιλήψεις που τους κάνουν να υποφέρουν. Δεν θα παραθέσω αυτούσια την συνέντευξη που τους πήρα, μα αυτούσιο θα θέσω στην γνώμη σας το συμπέρασμα που αποκόμισα από την πολύ παραγωγική συζήτηση με αυτούς τους εξαιρετικούς, μοναδικούς και τόσο αδικημένους ανθρώπους που εγκλωβίστηκαν στην κοινωνία των αντιθέσεων.
Ο Χοσιαρ μου εξέφρασε την αγάπη του για την μουσική. Μου περιέγραψε την αγανάκτηση του από την λογοκρισία, που αντιμετώπιζε στην χώρα του και την απόφαση του να την εγκαταλείψει για ένα μέλλον ευνοϊκότερο, με προορισμό τον Καναδά.
« Έκανα μια επιλογή και δεν την μετανιώνω» μου λέει. Μου αφηγήθηκε πόσο ταλαιπωρήθηκε ψυχολογικά και σωματικά για να περάσει στην Ευρωπαϊκή Ελλάδα και πώς αποφάσισε να μείνει εδώ. Μου εξήγησε την λύπη του για την ανισότητα που επικρατεί και τα λάθος στερεότυπα που τον καθιστούν στις συνειδήσεις των συνανθρώπων του Ελλήνων, ον κατώτερο. Αποχαιρετιστήκαμε με αμοιβαίες φιλοφρονήσεις και ευχές. Εγώ να βελτιώσω αυτόν τον κόσμο με τα άρθρα μου και αυτός με την μουσική του.
Η Σοφία, δεύτερης γενιάς μετανάστρια μου μίλησε για την περιθωριοποίηση της στο σχολείο και στην κοινωνία. Μου είπε πως επί 5 χρόνια ήταν κλεισμένη στο δωμάτιό της και δεν μιλούσε σε κανέναν. Μου είπε για την απέχθεια που αισθάνθηκε για τον ίδιο της τον εαυτό, γιατί τον έκρινε μέσα από τα μάτια των άλλων, των Κακών. Μου μίλησε για σκόρπιες γροθιές σε αλήθειες απόλυτες, σε ανήθικες ηθικές και αλάθητες Ιερές παροτρύνσεις που καλλιεργούν την ξενοφοβία, για μια γροθιά στην πηγή του Κακού, την λάθος αντίληψη των ανθρώπων.
- Τι θα έλεγες σε κάποιον Ρατσιστή να τον είχες απέναντί σου, όπως είμαστε τώρα εγώ και εσύ; την ρωτάω.
- Να σκεφτεί καλύτερα. Να μάθει καλύτερα. Απλά αυτό. Μου άφησε ένα χαμόγελο και εγκατέλειψε την μικρή σκονισμένη και γεμάτη σκόρπια βιβλία αίθουσα διδασκαλίας.
Αίθουσα διδασκαλίας για εμένα γιατί αυτοί οι δύο δάσκαλοι μου έμαθαν πολλά, μου χάρισαν το παραμύθι της ζωής τους και με άφησαν με ερωτήματα που εγώ έπρεπε να απαντήσω στον εαυτό μου; Πού διαφέρω εγώ με τον Χοσιαρ και την Σοφία πέρα από το χρώμα δέρματος; Γιατί προσπαθούμε να βρούμε λόγους να μας χωρίζουν , όταν μας χαρακτηρίζει η ίδια δίψα για τους ίδιους στόχους; Γιατί είμαστε Ρατσιστές και που εδράζεται ο Ρατσισμός αυτός;
Ο ρατσισμός σήμερα είναι παντού. Στο σχολείο, στην κοινωνία, στην τηλεόραση ,σε κάθε ανθρώπινη σχέση. Δεν χρειάζεται να έχεις διαφορετικό χρώμα δέρματος ή διαφορετικά εξωτερικά χαρακτηριστικά. Ο άνθρωπος έχει την έμφυτη τάση να φοβάται και να αποξενώνει κάθε τι διαφορετικό, είτε αυτό συναντάται στην όψη, στο πνεύμα, στην επικοινωνία ή τα έθιμα. Μητέρα του ρατσισμού είναι η προκατάληψη . Η τάση να αποδίδουμε ετικέτες αρνητικών χαρακτηριστικών στους ανθρώπους, επισκιάζοντας την πολυπλευρικότητα τους και τις ομοιότητες μας. Χαρακτηρίζοντας κάποιον μουσουλμάνο, μαύρο, βρωμιάρη, πούστη, άπιστο, πουτάνα, αλήτη, τον περιθωριοποιούμε, τον αποξενώνουμε. Και η αντίδραση στην προκατειλημμένη αυτή γενίκευση είναι η μοναξιά, η αυτοεξορία στην κοινωνία των αντιθέσεων.
« Να σκεφτεί καλύτερα. Να μάθει καλύτερα» βουίζει στο μυαλό μου η παρότρυνση της Σοφίας. Να μάθει τι; Μα η απάντηση είναι τόσο προφανής. Να μάθει να σέβεται τον θεμέλιο λίθο της δημοκρατίας, την έννοια της οποίας τόσο εύκολα στρεβλώνουμε. Την ανεκτικότητα. Την κατανόηση του Άλλου. Είναι η κοινωνία των στερεοτυπών που διαιωνίζει την ανωτερότητα και την κατωτερότητα των ανθρώπων, είναι αυτή που μοιράζει ρόλους, προφασιζόμενη ανύπαρκτες φυλετικές ανισότητες. Είναι τόσο εγωιστικό να περιορίζεις την πρόσβαση των ανθρώπων στα πολιτισμικά προϊόντα και έπειτα να τους μέμφεσαι για την ελλειπή πολιτισμική ενημέρωση που εσύ τους στέρησες. Σε αυτόν τον φαύλο κύκλο είναι εγκλωβισμένη η διπρόσωπη πολιτισμένη κοινωνία της Δύσης μας, που κατά βάθος είναι τόσο βάρβαρη.
Μια Δύση που ακόμα παλεύει να αποτινάξει από πάνω της το στίγμα της Ναζιστικής φρικαλεότητας μα που διολισθαίνει σήμερα σε μονοπάτια εξίσου επικίνδυνα. Δικαιολόγησε τις τερατουργίες της με πρόφαση την λευκή ανωτερότητα , διαμονοποιώντας δημιουργήματα φαντασίας και φόβου. Στηρίχτηκε στις πλάτες του υπόλοιπου βάρβαρου κόσμου, χρησιμοποίησε την Αφρική ως πειραματόζωο με το πρόσχημα του οίκτου προς την υπανάπτυκτη μαύρη ήπειρο, έριξε θανατηφόρες βόμβες για να υπερασπιστεί την ειρήνη. Οι αντιθέσεις είναι προφανείς. Το γεγονός ότι δεν μας στοιχειώνουν, έγκειται στην κοντόφθαλμή μας μνήμη και την ελαστική μας συνείδηση. Το ότι δεν αντικρίζουμε τα γεγονότα μας καθιστά συνένοχους και όχι αθώους.
Ας θέσουμε λοιπόν υπό αμφισβήτηση και το εσωτερικό του Δυτικού μας παραδείσου. Είμαστε εμείς που γαλουχηθήκαμε στην γενέτειρα της Δημοκρατίας και του Πολιτισμού, εμείς που θεμελιώσαμε τον κόσμο μας στις αξίες της ισότητας και της αλληλεγγύης ,που ζήσαμε την ανισότητα και επιδιώξαμε να την ανατρέψουμε. Είμαστε όμως οι ίδιοι εμείς που χλευάζουμε την όψη του διαφορετικού, που στερήσαμε από εκατομμύρια Ρομά το δικαίωμά τους στην ελεύθερη ζωή, εμείς που στην κοινωνία μας αναθρέψαμε τον δολοφόνο 77 ανθρώπων, που τυφλωμένος από τις προκαταλήψεις του προκάλεσε μια μεγάλη ήττα της δημοκρατικής παράδοσης. Ζούμε σε μια κοινωνία όπου οι πράξεις της έρχονται σε πλήρη ρήξη με τους θεσμούς της. Σε μια συγκυρία που η οικονομική κρίση προκάλεσε μια κρίση βαθειά ηθική.
Η συνέντευξη στον Χοσιαρ και την Σοφίας μου προσέφερε μια εμπειρία ανεκτίμητη. Ολοκληρώνοντας τις συζητήσεις μας όλα φάνταζαν διαφορετικά. Οι δρόμοι, τα σπίτια, οι γειτονιές, ολάκερη η πόλη έδειχνε μεταμορφωμένη. Αντίκρυσα την όψη της καθημερινότητάς μου μέσα από τα μάτια των δυο αυτών δασκάλων μου. Μετά από λίγο αποφάσισα να γυρίσω στο σπίτι μου και άρχισα διστακτικά να προχωράω προς τα κει , αναλογιζόμενος όλα όσα είχα αποκομίσει στην αίθουσα διδασκαλίας. Το μάθημα ωστόσο δεν είχε τελειώσει και το ταξίδι της επιστροφής μου έκρυβε άλλη μια εμπειρία.
Ενώ εγώ προχωρούσα πιο γενναία πια προς την μικρή μου τσιμεντένια φυλακή, μια σκηνή που εκτυλισσόταν στο απέναντι πεζοδρόμιο μου κέντρισε το ενδιαφέρον και με σταμάτησε. Μια σκηνή που πιθανότατα είχε επαναληφθεί πολλές φορές μπροστά στα μάτια μου, μα ποτέ δεν της έδωσα τη σημασία που της αναλογούσε.
Τρείς θηλυκές Ρομά, με το σκούρο δέρμα τους, τα μακριά , πολύχρωμα, κουρελιασμένα φορέματα τους προχωρούσαν απτόητες ανάμεσα σε ένα πλήθος που με βδελυγμία απέστρεφε το βλέμμα του, όταν τις αντίκριζε. Πόσο κατατρεγμένος είναι αυτός ο λαός, τί ένστικτα ανέπτυξε και τί τακτικές, για να αντιμετωπίσει και να αμυνθεί από τη νομαδική ζωή που αναγκάζονται να κάνει λόγο της μη αποδοχής του από τους πολιτισμένους μπαλαμούς. Απάτρηδες, τράγοι αποδιοπομπαίοι, ζουν με τέτοιο πάθος την ζωή που αναρωτιέμαι αν τους απεχθάνονται για την υποτιθέμενη βρωμιά τους ή από ζήλια, μετανιώνοντας για την δική τους πολιτισμένη ανιαρή ζωή.
Τρείς θηλυκές Ρομά , δυο άγριες ενήλικες όχι πάνω από 25 και μια μικρή ζωηρή γλυκιά Ρομά, που λικνιζόταν, βαδίζοντας πίσω από τις δυο μεγαλύτερες, στον ρυθμό του ορυμαγδού των αυτοκινήτων που περνούσαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα από δίπλα της. Ρυθμός και πάθος, τα κύρια χαρακτηριστικά τους που τα αποσιωπούμε μπρος στην δίψα της ανευθυνότητάς μας, που επιτάσσει να τους κατηγορούμε συνεχώς και να ξεσπάμε πάνω τους την οδύνη που μας έχουν προκαλέσει ανώτεροι ιθύνοντες. Δειλοί να ανατρέψουμε τις συμφορές μας και τα κωμικοτραγικά ατοπήματα μας αφηνόμαστε έρμαια δήθεν εθνικοφρονούντων, που καπηλεύονται κρίση και φόβο, χειραγωγούν το πλήθος και στρέφουν ενάντια σε αυτήν την ξεχωριστή αμόρφωτη φυλή μια ανεξήγητη οργή . Πιθανόν το μικρό Αθίγγανο κοριτσάκι να έζησε κάποιες από αυτές τις επιθέσεις οργής. Ίσως αυτό να διαμόρφωσε το πάθος και τον ζήλο της που τόσο γλαφυρά φαινόταν στο λίκνισμα του βαδίσματός του.
Οι τρείς Ρομά κατευθύνθηκαν προς ένα κάδο σκουπιδιών, που ξεχείλιζε από σορούς πεταμένων σκευασμάτων. Άξαφνα η μια από τις δυο ενηλικιωμένες πήδηξε με ένα σάλτο μέσα στον κάδο και άρχισε να ψάχνει με βουλιμία αντικείμενα προς εκμετάλλευση. Γελώντας με μια δυναμική γλύκα και μια φλογερή , ονειρική αγαθότητα οι τρεις Ρομά μου αποδείκνυαν πως σημασία δεν έχει σε τί συνθήκες ζείς , μα πως ερμηνεύεις την ζωή σου. Ενώ η μεγάλη ψαχούλευε τον κάδο, οι δυο απ' έξω τραγουδούσαν έναν ύμνο και χόρευαν.
Πλέον στάθηκα σε μια κολώνα, άφησα τον ώμο μου να στηριχτεί πάνω της και τράβηξα αυτό το απαράμιλλης ζωντάνιας και φυσικής αγριότητας θέαμα, ορισμένες φωτογραφίες με το ακριβό κινητό μου. Οι σκέψεις κυβερνούσαν το μυαλό μου και μια πελώρια επιθυμία με κυρίευσε να επισπεύσω την επιστροφή μου και να γράψω τί είχε συμβεί. Οι θηλυκές Ρομά τελείωσαν αναζήτηση και τραγούδι και ξεκίνησαν και οι τρείς πλέον για νέους προορισμούς, νέους κάδους, νέες περιπέτεις, νέο τραγούδι, νέους κόσμους.
Λάτρεψα την στάση των γυναικών αυτών για ζωή. Εξισορροπούσαν τις κακουχίες με ακόμα περισσότερο τραγούδι, ερμήνευαν την ζωή ρεαλιστικά και παραμυθένια, παθιασμένα, άγρια , φυσικά. Δεν τους επιτρέψαμε ποτέ να αρθρώσουν λόγο γιατί δεν ξέρουν να μιλάνε. Δεν ακούσαμε ποτέ και το ασταμάτητο τραγούδι τους. Δεν τους δεχτήκαμε ποτέ σαν ανθρώπους, μα δεν καταλαβαίνουμε πως είμαστε όμοιοι τους. Ρομά είμαστε όλοι. Πρόσφυγες σε άλλη πόλη, άλλη χώρα, άλλη ήπειρο για σπουδές ή δουλειά.
Αυτές τις τρεις γυναίκες τις αντικρύζω έκτοτε επαναλλειμένα. Πάντα πρωταγωνίστριες της ίδιας περιπέτειας, της αναζήτησης τροφής στους πελώριους σωρούς σκουπιδιών. Τα συναισθήματα που μου προκάλεσε η πρώτη μας συνάντηση σιγά σιγά φθίνουν, μα τουλάχιστον τώρα τις βλέπω, δεν τις αντιμετωπίζω σαν ανύπαρκτα αερικά. Δεν εθελοτυφλώ πλέον στην θέαση της δυστυχίας των περιθωριοποιημένων αυτής της άδικης κοινωνίας. Μιας αντιφατικής κοινωνίας που καταναλώνει αλόγιστα ενώ ορισμένα μέλη της λιμοκτονούν.
Είναι κατάφωρη πλέον η λιποταξία μας, η πλήρης άγνοιά μας, η παιδαριώδης ανευθυνότητά μας που αναζητά απεγνωσμένα αθώους αποδιοπομπαίους τράγους για να αποδώσει υπαιτιότητες, που έρχεται σε ολική αντίθεση με την δημοκρατική προϊστορία μας. Η δημοκρατία της ανοχής και του πλουραλισμού είναι ένας αγώνας αδιάλειπτος, όχι μια πανηγυρική διακήρυξη. Οφείλουμε να αποδεικνύουμε σε κάθε περίπτωση και ιδίως σε αυτήν την πολύ κρίσιμη ιστορική περίοδο την παράδοσή μας, να κερδίσουμε τον τίτλο για τον οποίο τόσο επαιρόμαστε. Ας αναζητήσουμε τις ομοιότητές μας με στόχο την ανοχή, όχι την μονομορφοποίηση.
Δεν υπάρχουν διαφορές αμετάκλητες. Υπάρχουν ομάδες που ακολούθησαν διαφορετική ιστορική διαδρομή από κοινή εκκίνηση. Σημασία έχει να αποκτήσουν και κοινό τέλος και σκοπό. Την ένωση και την αλληλεγγύη, την κατανόηση της ετερότητας και της ισότητας.
Ας μην ξεχνάμε πως ο ρατσισμός καλλιεργείται και μεταδίδεται εύκολα. Είναι απότοκο κοινωνικού περίγυρου και κληρονομικής συμπεριφοράς. Στηρίζεται σε ανυπόστατες συνωμοσιολογικές θεωρίες και γενικεύσεις. Οι μουσουλμάνοι θέλουν να κυριεύσουν την άπιστη Δύση, οι Εβραίοι ελέγχουν την παγκόσμια οικονομία, οι Ρομά είναι άπλυτοι και αμόρφωτοι , οι Έλληνες είναι τεμπέληδες.
Με αυτούς τους ρυθμούς και την δυναμική που εξαπλώνεται η ρατσιστική φαυλότητα ακόμα και οι πιο θωρακισμένοι δεν θα αργήσουν να δίνουν βάση σε παραλογισμούς περί άσπιλου Ευρωπαϊκού αίματος και επιθυμίας συντριβής του αλλοδαπού κινδύνου που μας κλέβει τις δουλειές και αυξάνει την εγκληματικότητα . Ας θωρακίσουμε τον νου μας, ας τον γυμνάσουμε ώστε να προστατευτούμε από ανυπόστατες φαντασιώσεις, γιατί ο ρατσισμός μας χτυπάει την πόρτα του μυαλού μας. Ας λάβουμε υπόψη την παρότρυνση της Σοφίας και ας σκεφτούμε καλύτερα.

1 σχόλιο:

  1. http://www.youtube.com/watch?v=JxGBAT5nqoQ

    Τσιγγάνο είναι ωραίο να σε λένε
    Τσιγγάνος δεν είναι εύκολο να είσαι
    Δεν ξέρω τι θα γίνω
    Δεν ξέρω

    Τσιγγάνος θα ήταν ωραίο να είμαι
    Θα 'θελα πολύ να είμαι
    Δεν ξέρω Τσιγγάνος τι είναι
    Δεν ξέρω

    Άς μην παρασυρθώ και αναλωθώ σε άλλη μια "πανηγυρική διακήρυξη",όπως πολύ εύλογα έγραψες, περί δημοκρατίας,κοινωνικής ευαισθησίας και ανθρωπιάς και ας αφήσω το περιεκτικότατο και σαφέστατο καρπό των συνεντεύξεων σου(μπορεί σε κάποιους να φανεί μέχρι και γλύψιμο,αλλά γιατί όχι?Το αξίζει η δουλειά),και το τραγούδι, να δώσουν χρώμα και νόημα σε ζητήματα, που ενώ θα έπρεπε να αποτελούν την πρώτη γραμμή της καθημερινής,επίπονης και συνεχούς, προσπάθειας εξάλειψης της δυστυχίας και της αποξένωσης,είναι cosa non grata για τους περισσοτέρους μας,καθώς διαταράσσουν την ειδυλλιακή αντίληψη της καθημερινής πάλης για επιβίωση και διάπλαση του ατόμου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή