Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

μαθαίνοντας την αλφαβήτα

[ Λόγω απουσίας έμπνευσης ή διάθεσης, λέω ν' ανεβάσω μερικά παλιότερα απ' το ΜΟΝΟ. Εδώ το σεντόνι απ' το τεύχος 1 της 31/1/12]


Τα παραδοσιακά media και η χρόνια απουσία ουσιαστικής πολιτικοποίησης, έχουν στρέψει τη συζήτηση μόνο προς όσα συμβαίνουν στα υπουργικά γραφεία και τα εσωκομματικά παιχνίδια. Ό, τι όμως κι αν γίνεται στα κλειστά γραφεία και τις παρασκηνιακές διαβουλεύσεις, οφείλουμε να παρατηρούμε και να καταγράφουμε τα διάφορα κοινωνικά ρεύματα, τις αντιδράσεις και τις μετατοπίσεις τους. Η «επίσημη μνήμη» έχει την τάση να επεξεργάζεται σχολαστικά, να περιγράφει επιλεκτικά και τελικά να δημιουργεί ένα «πνευματικό δόγμα» σχετικά με το βαθύ πολιτικό νόημα των γεγονότων*5.

Η πολιτική διαμαρτυρία στην Ελλάδα όμως, τα τελευταία τρία χρόνια είναι μια διαρκής ρευστή κατάσταση που μεταβάλλεται με ταχύτητα φωτός. Η περιγραφή της, δεν είναι δουλειά μόνο όσων σχολιάζουν από την απόσταση και την παραμόρφωση της οθόνης, αλλά και όσων βρέθηκαν στη δίνη των γεγονότων και τα έζησαν χωρίς απαραίτητα να προλάβουν να τα εξηγήσουν. Αυτοί αποτελούν το σώμα του παιδιού που μόλις που στάθηκε στα πόδια του και μέσα απ’ τα μάτια ενός απ’ αυτούς, δίνεται η παραπάνω λειψή και προφανώς μεροληπτική, περιγραφή.
***
« (..) Θα είχε γίνει επανάσταση αν ήταν άλλος λαός, άλλη κοινωνία, άλλοι πολίτες, ιδιαίτερα μάλιστα αν επρόκειτο για άλλον δυτικοευρωπαϊκό λαό». Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, στο 22ο ετήσιο συνέδριο του Ελληνο-Αμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου.Η φράση αυτή, έρχεται να προστεθεί στους δεκάδες παρόμοιους αφορισμούς που ερμηνεύουν την ντόπια πραγματικότητα.  Δημοσιογράφοι την επαναλαμβάνουν «η ελληνική κοινωνία βρίσκεται σε ύπνωση». Πολίτες την επικαλούνται σε κάποια κάμερα στην Ερμού «ε αφού δεν ξεσηκωνόμαστε και τώρα, τότε τ’ αξίζουμε όσα παθαίνουμε.

Ισχύει όμως αυτή η ανάγνωση της πρόσφατης πραγματικότητας; Μια γρήγορη ματιά σε όσα συνέβησαν απ’ το Δεκέμβριο του 2008 μέχρι σήμερα, ίσως μας οδηγήσει σε εντελώς διαφορετικά συμπεράσματα. Η ελληνική κοινωνία, ή πιο σωστά ένα κομμάτι της, δεν έχει σταματήσει να περπατάει τους δρόμους της Αθήνας και να δοκιμάζει τρόπους και πρακτικές αντίδρασης Αυτό το κομμάτι, παλεύει έντονα εδώ και τρία χρόνια να αρθρώσει λόγο. Παλεύει να ανακαλύψει ένα τρόπο να εκφράσει το συνονθύλευμα επιθυμιών, ιδεολογίας, παθών και φόβων που συνωστίζονται στα κεφάλια και τις τσέπες. Το διαμαρτυρόμενο πλήθος (για να αποφύγουμε να χρησιμοποιήσουμε τον όρο κίνημα*1) εδώ και τρία χρόνια, αμφισβητεί, πότε συνειδητά ή συνηθέστερα ενστικτωδώς, μερικές από τις πιο θεμελιώδεις σταθερές του πολιτικού συστήματος.

Τί ακριβώς όμως επιθυμούν οι διαμαρτυρόμενοι κάθε φορά; Έχουν αιτήματα; Κατά ποιού καταφέρονται; Ακόμη περισσότερο, αξίζει να αναρωτηθούμε αν υπάρχει μια συνέχεια, μια λογική στην κάθε φορά επιλογή του τρόπου διαμαρτυρίας, στα μέσα και τους σκοπούς. Με άλλα λόγια, αναζητούμε μια διαρκή και υπόγεια σχέση, ένα νήμα που θα μας φτάσει απ’ το τέλος του 2008 στις αρχές του 2012. Πιάνουμε απ’ το χέρι το φανταστικό μικρό παιδί και το παρατηρούμε καθώς προσπαθεί να ψελλίσει λέξεις, να εκφράσεις αισθήματα και να ενηλικιωθεί, διαλέγοντας τα επιχειρήματα.

Δεκέμβριος 2008
Τον Δεκέμβριο του 2008, μια δολοφονία γέμισε τους δρόμους της Αθήνας και των επαρχιακών πόλεων. Η δολοφονία αυτή όμως, απ’ το επόμενο κιόλας πρωί, έμοιαζε να είναι μια αφορμή, μια συναισθηματική (αλλά σοκαριστικά αληθινή) σφαίρα που τάραξε τους μισομεθυσμένους θαμώνες του Σαββατόβραδου. Η ιστορία είναι γνωστή. Διάχυση της διαμαρτυρίας σε όλη τη χώρα, βίαιες συγκρούσεις, προχωρημένα συνθήματα και ένα μικρό σκάνδαλο: οι μαθητές στο δρόμο, πρωταγωνιστές και μπροστάρηδες μιας ευθείας αντιπαράθεσης με ό,τι συμβόλιζε τον απέναντι. Ο απέναντι εν προκειμένω ήταν το κράτος, οι θεσμοί, η εξουσία.

Η κυριότερη κριτική στο Δεκέμβρη συνοψίστηκε στον λόγο περί αιτήματος. Υποστηρίχθηκε ότι οι διαδηλωτές δεν είχαν αίτημα, ότι η όλη αντίδραση ήταν μια χουλιγκάνικη ενέργεια, ένα απολίτικο ξέσπασμα. «Λες και η υποχρέωση να αντιδράς στην περιφρόνηση είναι κάτι άλλο από πολιτικό καθήκον»*2 θα μπορούσαμε να αντιτάξουμε. Τί άλλο λοιπόν ήταν αυτή η έξαλλη και λυσσασμένη αντίδραση δίχως προφανή προσανατολισμό ή ακριβή εξήγηση; Τι άλλο ήταν όλα αυτές οι επίμονες διαδηλώσεις, οι καταλήψεις, τα οριακά κείμενα, τα σπασμένα μάρμαρα; Τί άλλο ήταν, εκτός από μια ενστικτώδης, σπασμωδική και χύμα αντίδραση στην διαρκή περιφρόνηση;

Ο Γιώργος Γραμματικάκης ένα χρόνο μετά, σε τηλεοπτική εκπομπή, ήταν ακριβής: «ο Δεκέμβρης ήταν μια κραυγή. Δεν μας αρέσει η ζωή μας». Κατά κάποιο τρόπο, οι πέτρες στόχευαν την ίδια μας τη ζωή. Εξάλλου, το σύνθημα «Πειθαρχία τέλος, ζωή μαγική», που κυριάρχησε σε γραπτά και τοίχους, αινιγματικό και αφοριστικό, υπαινίσσεται μερικές μόνο απ’ τις απαντήσεις στην κριτική περί απολίτικου.  Η έλλειψη ενός και μόνο αιτήματος (αν και υπήρξαν τέτοια πχ. κατάργηση των ΜΑΤ) δεν καθιστά τις διαμαρτυρίες απολίτικες. Αντίθετα, ο Δεκέμβρης είχε χαρακτήρα συνολικής αντίθεσης με τις τρέχουσες συνθήκες και πολιτικές ερμηνείες. Υπήρξε μια μικρή ρωγμή στο συλλογικό φαντασιακό, που εικονογραφήθηκε εξαιρετικά, απ’ τους βραδινούς διαδηλωτές που περνούσαν δίπλα απ’ τα κατεβασμένα ρολά του Ζόναρς, όπου οι θαμώνες έπιναν τον εξωπραγματικό καφέ τους. Υπ’ αυτό το πρίσμα, τα θρυμματισμένα τζάμια του ΙΧ και του μαγαζιού του – στην ίδια μοίρα – συμπολίτη ή η καταστροφή του δημόσιου χώρου, δεν θα έπρεπε να προκαλεί έκπληξη.«Κάπως σαν αυτούς τους κρατούμενους που κάποια στιγμή γίνονται έξω φρενών και λεηλατούν το κελί στο οποίο όμως γνωρίζουν καλά ότι θα περάσουν μήνες και χρόνια» *3. Η κρίση ήταν εδώ το 2008 και μάλιστα σε πλήρη έκταση. Δεν χτυπούσε ακόμη τα συγκεκριμένα πορτοφόλια, αλλά δυναμίτιζε υπογείως τις συνειδήσεις και προκαλούσε μια διαρκώς αυξανόμενη σύγχυση. Σήμερα, η οικονομικά ημιδιαλυμένη μεσαία τάξη θα έπρεπε να αναρωτηθεί, γιατί δεν άκουσε καλύτερα αυτό που τόσο εμφατικά ψέλλιζαν τα βλαστάρια της.

Τελικά, ο Δεκέμβρης φαίνεται να άφησε μερικά προχωρημένα συνθήματα, ένα νέο οριακό λόγο, μία αυξανόμενη συμπάθεια στον α/α χώρο και μια έντονη διάθεση για επαναδιαπραγμάτευση του δημόσιου χώρου. Αποτελέσματα όλων αυτών, δεν ήταν μόνο οι καμένες στάσεις λεωφορείων και οι σπασμένες βιτρίνες. Μέσα απ’ το Δεκέμβρη ξεπήδησαν ή πήραν την τελική ώθηση τοπικές κινήσεις πολιτών, όπως το πάρκο Ναυαρίνου και αντίστοιχες προσπάθειες σε άλλες συνοικίες ή κινήσεις όπως η κατειλημμένη Λυρική. Ο Δεκέμβρης σε τελική ανάλυση επέβαλλε να γίνει απ’ την αρχή η συζήτηση για τις συλλογικότητες. Ήταν η πρώτη ηχηρή σφαλιάρα στον κυρίαρχο και πολλαπλά δικαιωμένο ατομισμό, αλλά και μια διαρκής διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης ενός κομματιού της νεολαίας που ως τότε παρατηρούσε μεν κριτικά, αλλά από απόσταση.

5 Μαΐου 2010
Αυτό που έλειψε απ’ το Δεκέμβρη, αναζητήθηκε στην επόμενη μεγάλη διαμαρτυρία. Η πορεία της 5ης Μαΐου χαρακτηρίστηκε κυρίως απ’ τη συμμετοχή του κόσμου της εργασίας. Ο προσεκτικός παρατηρητής μπορούσε να διακρίνει την υπερβολική ένταση και μια διάθεση «σήμερα να γίνει κάτι μεγάλο». Οι εργαζόμενοι και κυρίως τα μπλοκ του δημόσιου τομέα έμοιαζαν να ανασύρουν απ’ την πρώτη στιγμή το βίαιο βίωμα του Δεκέμβρη. Σωματοποίηση της αντίδρασης, habitus, τρόπος ανάμεσα στους άλλους τρόπους*4. Μόνο που αυτή τη φορά, ο στόχος δεν βρισκόταν παντού, δεν διαχεόταν σε ότι καθρέφτιζε το καθημερινό ζόρι ή την ανιαρή πραγματικότητα μιας επιφανειακής ευμάρειας . Αυτή τη φορά το Μνημόνιο ανέλαβε να ονομάσει, για λογαριασμό των διαδηλωτών, τον εχθρό. Ο εχθρός, ο στόχος, βρισκόταν μέσα στη Βουλή και ήταν έτοιμος να νομοθετήσει την απότομη αλλαγή του βιοτικού επιπέδου. Κινδύνευε η τσέπη, το ευ ζην, η ελάχιστη εγγύηση επιβίωσης. Η σύγκρουση λοιπόν και η φωτιά παρόλο που δεν έλειψε σε όλη τη διαδρομή μέχρι τη Βουλή, επικεντρώθηκε στο κτίριο που ψηφιζόταν το αναποδογύρισμα της ζωής, όπως την ξέραμε. Διαρκείς επιδρομές, μάχες σώμα με σώμα, αξιοσημείωτη επιμονή και αντοχή σε ξύλο και δακρυγόνα. Η επιλογή ήταν σαφής χωρίς να έχει προηγηθεί κάποια κεντρική συνεννόηση. Ευθεία συλλογική σύγκρουση εδώ και τώρα. Οι εργαζόμενοι αντιδρούσαν με λύσσα, σα να ήξεραν ότι αυτή είναι η τελευταία ευκαιρία να αποτραπεί το κακό.

Το κακό όμως ήρθε με τη μορφή τριών νεκρών ανθρώπων. Το γεγονός αυτό, υπήρξε καταλυτικό. Τα μέλη του εν δυνάμει κινήματος, το πλήθος που διαμαρτύρεται, που αναζητεί λόγο, δέχτηκε το πιο ισχυρό χτύπημα. Συνειδητά ή ασυνείδητα, ο κόσμος που περπατάει στους δρόμους, ανέλαβε εκείνη τη μέρα να κουβαλήσει ένα μέρος του θανάτου. Ανεξάρτητα απ’ τη θέση που πήρε ο καθένας για το τί πραγματικά συνέβη, μια αδιόρατη ανοχή βάρυνε τους ώμους και τη σκέψη όλων. Τί κάναμε λάθος; Τί είδους αυτοκριτική χρειαζόμαστε; Τί να κάνουμε τώρα; Για ένα περίπου χρόνο τα πράγματα σχεδόν παγώσαν. Ο κόσμος έμοιαζε να βρίσκεται σε διαδικασία πένθους. Για τους εργαζόμενους στη MARFIN, για τη συνολική κατάσταση, για την κοινωνική διάλυση που πλησίαζε. Το σάστισμα, η διερώτηση, η αμφιβολία κυριάρχησαν και έδεσαν κόμπο τα στομάχια. Έπειτα από ένα περίπου χρόνο, αυτά τα στομάχια γέννησαν.

#Syntagma
Οι πέτρες και οι, δίχως αποτέλεσμα και λογική, συγκρούσεις με τα ΜΑΤ, ο θάνατος των εργαζομένων της MARFIN και η φθίνουσα πορεία των αντιδράσεων, καθόρισαν το επόμενο βήμα. Αυτό που έμοιαζε να λείπει ήταν η μαζικότητα. Αυτό που έμοιαζε να την εμποδίζει ήταν, σε μια πρώτη ανάγνωση, η βία. Έτσι, το Μάϊο του 2011 γεννήθηκε το Σύνταγμα. Τα κανάλια ονόμασαν αυτό το φαινόμενο, αυτό το είδος πολιτικής διαμαρτυρίας, συγκεντρώσεις των «Αγανακτισμένων». Οι «Αγανακτισμένοι» επιχείρησαν να απαντήσουν σε μια σειρά ερωτήματα που είχαν τεθεί απ’ τις ίδιες τις ιστορικές συνθήκες. Στο Σύνταγμα του Μαΐου, χωρούσαν όλοι. Το επιχείρημα που κυριαρχούσε, έλεγε ότι όσο πιο πολλοί, τόσο πιο μεγάλη η κοινωνική πίεση προς τους αποφασίζοντες. Δε χρειαζόταν να είσαι αριστερός, αναρχικός, ούτε καν μέχρι χτες εναντίον του Μνημονίου. Το Σύνταγμα του Μαΐου, ήταν η ώρα να γεμίσουν οι πλατείες απ’ τους μέχρι χτες ψηφοφόρους των δύο μεγάλων κομμάτων. Την Κυριακή του μεγάλου πλήθους, οι δρόμοι γύρω απ’ τη βουλή, έμοιαζαν να καθρεφτίζουν, κατά το δυνατόν, την ίδια την ελληνική κοινωνία. Οικογένειες που κάνουν χαβαλέ, πατριώτες με κρεμάλες, μικροαστοί (όλοι μας), αριστεριστές και μόνιμοι θαμώνες των διαδηλώσεων, άνθρωποι ένα βήμα πριν την απελπισία, πρώην πασόκοι, λαϊκοί δεξιοί, χριστιανοί και τηλεθεατές. Όλοι μαζί στο μεγάλο καζάνι που σιγοέβραζε. Η Ελλάδα στο πιάτο, μούντζωνε τους πρώην και νυν κομματάρχες, έβριζε τους κυβερνήτες – πατέρες που πρόδωσαν τον (αντιδραστικό πάντως) ρόλο τους.

Στο κάτω μέρος της πλατείας, παράδοξα πειράματα συνελεύσεων αμεσοδημοκρατικού χαρακτήρα. Διεθνιστές, εξοργισμένοι, πατριώτες  και συνδικαλιστές σε μία συνεχή ακροβασία ανάμεσα στο λαϊκισμό και τον πόνο, την αλήθεια και την αντζέντα, την αγωνία και την ελπίδα. Οι συνελεύσεις αναζήτησαν με πάθος την αυτοοργάνωση και την οριζοντιότητα, κουβαλώντας την πείρα του Δεκέμβρη και την αυξημένη γοητεία ορισμένων αναρχικών προταγμάτων. Απ’ την ίδια πείρα, καθώς και από μια αμφιλεγόμενη ερμηνεία του κεντρικού πολιτικού σκηνικού («όλοι ίδιοι είναι») προήλθε και η έντονη αντίδραση απέναντι στα κόμματα και τις σημαίες. Η αντίδραση αυτή, παρατηρώντας τα όσα λέγονταν, θα μπορούσε κανείς να πει ότι έδειχνε κυρίως να κατευθύνεται προς τις γνωστές δομές και τρόπους οργάνωσης, παρά προς τις ιδέες καθεαυτές. Βέβαια είτε οι σημαίες έλειπαν, είτε ήταν εκεί, μεγάλο μέρος του κόσμου της αριστεράς και της αναρχίας ήταν εκεί.

Αν ο Δεκέμβρης έφερε στο προσκήνιο με οριστικό τρόπο τη συζήτηση περί συλλογικότητας, το Σύνταγμα της έδωσε τη σπρωξιά που χρειαζόταν για να αρχίσει να κολυμπάει στα πιο βαθειά νερά. Δεκάδες συνελεύσεις γειτονιών, κοινωνικά παντοπωλεία / φαρμακεία / ιατρεία, δράσεις αλληλεγγύης ( από συγκεντρώσεις τροφίμων ή ρούχων μέχρι προχωρημένες διαδικασίες όπως πχ. το tutorpool, με το οποίο καθηγητές διδάσκουν δωρεάν σε μαθητές με οικονομικά προβλήματα). Η αυτοοργάνωση της κατειλημμένης πλατείας αποτέλεσε το παράδειγμα που εξαπλώνεται καθημερινά στις συνοικίες της Αθήνας και της επαρχίας. Ενάντια στην μεγάλη κατηφόρα προς την κοινωνική εξαθλίωση, οι κάθε λογής κοινότητες γνωρίζουν πρωτοφανή άνθιση.

Το χημικό τριήμερο
Αξίζει να σταθούμε ξεχωριστά στις τρεις ημερομηνίες του Ιουνίου. 15 και 28/29 Ιουνίου. Τις ημέρες των απεργιών, το Σύνταγμα λειτούργησε με διαφορετικό τρόπο απ’ ότι τις υπόλοιπες μέρες. Κατ’ αρχάς προσπάθησε να απαντήσει στο γνωστό αίτημα που ακουγόταν ως τότε. Οι πορείες δεν πρέπει να κάνουν βόλτα και να φεύγουν, αλλά να παραμένουν έξω απ’ τη Βουλή. Η πλατεία, με το αυτοσχέδιο ιατρείο και τις ομάδες που εφοδίαζαν με μαλόξ και ριοπάν σχεδόν το σύνολο των διαδηλωτών, έμοιαζε να γίνεται ένα αντίπαλο στρατόπεδο, ανάλογο με αυτό που φυλάνε οι δυνάμεις καταστολής.

Τις ημέρες εκείνες, χωρίς σε καμία περίπτωση να παρατηρείται η μαζικότητα των προηγούμενων εβδομάδων, η στάση του κόσμου άλλαζε απ’ τη συνήθη στάση των «αγανακτισμένων». Όποιος βρέθηκε εκείνες τις μέρες στο δρόμο, πιθανότατα μπορεί να περιγράψει αυτό το ιδιαίτερο είδος διαμαρτυρίας, που έχει πολλά κοινά στοιχεία με αυτό που θα ονομάζαμε «παθητική αντίσταση». Ένα είδος αντίδρασης που προσπαθεί να αμυνθεί αποτελεσματικά απέναντι στα ΜΑΤ, χωρίς όμως να είναι αποφασισμένο να συγκρουστεί ολοκληρωτικά. Μάσκες, μαλόξ, αλυσίδες, αυτοσχέδιοι χοροί, ομαδικός καθαρισμός της πλατείας, ντραμς σε καμένα βαν καναλιών και οι Tiger Lilies ζωντανά, κόντρα στις κρότου λάμψης και τα δακρυγόνα. Μια κάπως νέα αυταπάρνηση, μια επίμονη αλληλεγγύη που απευθυνόταν όχι προς τον ίσως ανώνυμο, πάντως συνπορευόμενο σύντροφο, αλλά προς τον εντελώς άγνωστο άλλο. Χειρονομίες βγαλμένες απ’ τις πιο παλιές ιστορίες κοινοτήτων, αναγνώριση, οικειότητα, αδελφικότητα.

Οι περί της ελληνικότητας ομιλούντες, σπάνε το κεφάλι τους, μελετώντας και αναζητώντας, το ενοποιητικό στοιχείο των ντόπιων. Η πλατεία Συντάγματος του χημικού τριημέρου, επιχείρησε άτεχνα, άγαρμπα και από ένστικτο να απαντήσει στην ίδια αναζήτηση. Έκανε δικό της το σύνθημα του Πολυτεχνείου του 1973 και προσπάθησε ασυνείδητα να μετατρέψει μια πολιτική διαμαρτυρία που για καιρό είχε ως βάση της, οικονομικούς / συντεχνιακούς λόγους, σε ένα αγωνιώδες αίτημα ελευθερίας. Τέλος, συντέλεσε ως ένα σημείο, σε εκείνου του είδους την εγρήγορση, που έγινε εύκολα αντιληπτή στο κίνημα αλληλεγγύης υπέρ των απεργών της Χαλυβουργίας.

Οκτώβριος 2011
Το πιο ουσιαστικό απ’ τα συμπεράσματα του Συντάγματος, ήταν αυτό που μας έφερε στη διήμερη απεργία του Οκτωβρίου. Σε κάθε ομιλία στις συνελεύσεις, αριστεριστή ή πρώην πασόκου, αναρχικού ή ανένταχτου, αυτό που γινόταν φανερό ήταν, ότι η μεγάλη πλειοψηφία του κόσμου πίστευε ότι ο μόνος τρόπος να επιτευχθεί κάτι, είναι να γίνει κάποια μεγάλη απεργία. Η πίεση προς αυτή την κατεύθυνση ήταν μεγάλη. Όχι μόνο απ’ τους διαδηλωτές, αλλά και απ’ τα εξοντωτικά κάθε φορά νέα μέτρα. Έτσι, η συμμετοχή στην απεργία, ιδίως την πρώτη μέρα, έμοιαζε πολύ μεγάλη. Δεν έκανε εντύπωση η συμμετοχή του κόσμου στις πορείες της ημέρας, παρόλο που κάποιοι έκαναν θηριώδεις υπολογισμούς, αλλά περισσότερο η αίσθηση που αποκόμιζε κανείς από τη βόλτα στις γειτονιές. Η Αθήνα έδινε την εντύπωση έρημης πόλης. Ακόμη και μικρομάγαζα ήταν κλειστά. Το διήμερο του Οκτωβρίου λοιπόν, επανέφερε ξανά το κέντρο του ενδιαφέροντος στους εργαζόμενους και όχι στα άλλα, δυναμικά μεν, αλλά πιθανότατα δευτερεύοντα κομμάτια του πλήθους που αντιδρά στην πολιτική κατάσταση της χώρας. Με αυτόν τον τρόπο, ανακάλυψαν στην πράξη οι σημερινοί διαδηλωτές, αυτό που φάνηκε να είχε ξεχάσει μεγάλο κομμάτι του εργατικού κινήματος. Η απεργία σε οριακές συνθήκες, αποβαίνει το σημαντικότερο και πιο δύσκολο όπλο. Όμως, το συμβάν της δεύτερης μέρας στην πλατεία Συντάγματος, με τις συμπλοκές και τον νεκρό εργάτη, ήταν τελικά το γεγονός που στιγμάτισε την διήμερη απεργία. Αν συνυπολογίσουμε και τις ιλιγγιώδεις αλλαγές που συντελέστηκαν τον επόμενο μήνα στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό, είναι λογικό να παρατηρούμε ένα έντονο σάστισμα και μια κατά κάποιο τρόπο παύση στον κοινωνικό στίβο.

Η παύση αυτή δικαιολογημένη και λογική, είναι κι αυτή κομμάτι της πορείας της πολιτικής διαμαρτυρίας τον καιρό της κρίσης. Η πορεία αυτή ως τώρα, μοιάζει να έχει ως αποτέλεσμα όχι την ενδυνάμωση ενός κόμματος ή πολιτικού φορέα. Αντίθετα, φαίνεται στις παρυφές της να δημιουργείται, μέσα από ατέλειωτες ζυμώσεις, ήττες και αντιφάσεις, ένα νέο κοινωνικό ρεύμα.
Απ’ το χαιρετισμό του Subcomandante Marcos στην «εξεγερμένη Ελλάδα» το 2008, μέχρι την επιλογή του TIME να συμπεριλάβει στο πρόσωπο της χρονιάς 2011, τον Έλληνα διαδηλωτή, η απόσταση βοηθάει κάποτε να δεις καθαρότερα. Έτσι, όπως κι αν εκφραστεί τελικά αυτό το κοινωνικό ρεύμα, μπορούμε να πούμε ότι όλη αυτή την περίοδο η ελληνική κοινωνία δεν κοιμάται. Απλά αναζητά τον τρόπο να ονειρεύεται στον ξύπνιο, καθώς λέει ο ποιητής.

*1 βλ. καιδιάλεξη του Αγκάμπεν με τίτλο Che cos’è un movimento, στο πλαίσιο σεμιναρίου του δικτύου Uni.Nomade, 29/1/2005 Πάντοβα, με τίτλο Democrazia e Guerra (Δημοκρατία και πόλεμος).  Μτφρ: Άκης Γαβριηλίδης, με βάση τη μεταγραφή και μετάφραση στα αγγλικά από την Arianna Bove  http://www.rednotebook.gr/details.php?id=2504
*2 Φωτιές και χρώματα – Ε. Αρανίτσης (Ελευθεροτυπία, 13/11/05)
*3 Racaille, εξεγέρσεις στα γκέτο των γαλλικών μητροπόλεων – AlèssiDellUmbria (εκδ. Λέσχη κατασκόπων του 21ου αιώνα)
*4 Σπασμένες βιιτρίνες, τσακισμένες χαρές – από το blog http://epi-topou.blogspot.com που διαχειρίζονται επιστήμονες απ’ τον τομέα της ανθρωπολογίας
*5 Η επαναστατική βία (οργανώσεις, διαδικασίες, αδιέξοδα) – Isabelle Sommier (εκδ. Σαββάλας)
υγ. για τη συνέχεια, μια ματιά για τις 22 Φεβρουαρίου εδώ

http://tovytio.wordpress.com/2012/11/21/gia_ti_diamartiria/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου