Κυριακή, 31 Μαρτίου 2013

Αποχαιρετώντας το ευρωπαϊκό όνειρο. Μέρος Α


Πολύς λόγος έχει γίνει τις τελευταίες ημέρες για τις γεωπολιτικές και οικονομικές συνέπειες αυτού που συνέβη στην Κύπρο, και για το αν το «όχι» της Κυπριακής Βουλής, που κατέληξε στο να συρθεί η χώρα σε μία επιεικώς οδυνηρή έως καταστροφική για την ίδια συμφωνία, είχε ουσιαστική πολιτική σημασία ή ήταν απλώς πυροτέχνημα.

Ενώ οι εξελίξεις τρέχουν ακόμη, και ο κυπριακός λαός παλεύει να συνειδητοποιήσει και να συμβιβαστεί με την νέα σκοτεινή προοπτική που όλοι συμφωνούν ότι περιμένει τη Μεγαλόνησο, νομίζω πως γι' ακόμη μια φορά από την αρχή της κρίσης, η εγχώρια ελληνική, κυπριακή, αλλά και η ευρωπαϊκή πολιτική ελίτ, κοιτάζει το δέντρο και χάνει το δάσος.

Διότι, ανεξαρτήτως από το αν ο κυπριακός τραπεζικός τομέας είναι υπερδιογκωμένος(που όντως είναι), και τόσα χρόνια λειτουργούσε με τρόπο αδιαφανή και μη βιώσιμο, και ανεξαρτήτως επίσης από το αν η κυπριακή ηγεσία είχε προετοιμάσει ένα «plan B», για να βρει χρηματοδότηση εκτός ΕΕ και ευρωζώνης(που, από ότι αποδείχτηκε, δεν το είχε προετοιμάσει), γεγονός παραμένει ότι η εντυπωσιακή οικονομική ανάπτυξη και ευημερία στην Κύπρο τις δύο τελευταίες δεκαετίες, ήταν σε συντριπτικό βαθμό εξαρτημένη, από αυτό τον τραπεζικό και χρηματοπιστωτικό τομέα, τις συνδεδεμένες με αυτόν υπηρεσίες, και τις, κυρίως ρωσικές, καταθέσεις και επενδύσεις. Συνεπώς, η βίαιη συρρίκνωση του τομέα αυτού κατά περίπου 40% σε ένα έτος, όπως σχεδιάζεται, είναι βέβαιο ότι θα καταβαραθρώσει την κυπριακή οικονομία, για πολλά χρόνια, κάτι που παραδέχονται όλοι οι έγκυροι οικονομικοί και πολιτικοί αναλυτές παγκοσμίως, πλην της υποκριτικής και θρασείας ευρωπαϊκής ελίτ.

Η δικαιολογία που προβάλλεται από το eurogroup και το ΔΝΤ, είναι ότι η απόφαση για το κούρεμα των καταθέσεων, έστω και χωρίς να θιγούν οι μικροκαταθέτες κάτω των 100. 000 ευρώ, εντάσσεται στη λογική να πληρώσουν επιτέλους οι καταθέτες και ομολογιούχοι, την αποτυχία του διεφθαρμένου και παρασιτικού χρηματοπιστωτικού συστήματος, και όχι οι φορολογούμενοι των κρατών, μέσω δημόσιου δανεισμού, για τη διάσωση των χρεοκοπημένων τραπεζών, όπως γινόταν ως τώρα. Η δικαιολογία αυτή, μόνο ως κρύο ανέκδοτο μπορεί να ακουστεί. Κι αυτό γιατί, αν η ευρωπαϊκή ηγεσία ενδιαφερόταν πραγματικά να αντιμετωπίσει τους φορολογικούς παραδείσους και την τεράστια και ανεξέλεγκτη δύναμη του αχαλίνωτου χρηματοπιστωτικού τομέα, θα έπρεπε να το είχε κάνει από το 2008-9, σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες που φιλοξενούν τέτοια φαινόμενα(Βέλγιο, Λουξεμβούργο κτλ), και ταυτοχρόνως να είχε βάλει στο στόχαστρό της όχι μόνο τον τζογαδόρικο τρόπο λειτουργίας των μεγάλων τραπεζικών ομίλων, αλλά και το πλέγμα που του επέτρεψε να αναπτυχθεί, με πρώτους από όλους τους οίκους αξιολόγησης, οι εκτιμήσεις των οποίων οδήγησαν τις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας εκτός αγορών, παρά την αδυναμία τους να προβλέψουν την τραπεζική κρίση στις ΗΠΑ το 2008.

Αντ’ αυτού, η Κύπρος στοχοποιείται με εξοργιστικά ανήθικο τρόπο, επειδή «απέτυχε το μοντέλο ανάπτυξής της», και «έζησε πάνω από τις δυνάμεις της», και αντιμετωπίζεται ως «ειδική περίπτωση», για να κρυφτούν ξανά τα αδιέξοδα της ΕΕ και της ευρωζώνης κάτω από το χαλί. Η ευρωπαϊκή ηγεσία ανακάλυψε ξαφνικά τα προβλήματα του τραπεζικού συστήματος της Κύπρου, όπως 3 χρόνια πριν είχε ανακαλύψει τον «διεφθαρμένο, και διογκωμένο» ελληνικό δημόσιο τομέα(σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ οι ελληνικές δημόσιες δαπάνες είναι λίγο μικρότερες από το μέσο όρο των χωρών της ευρωζώνης, 45% έναντι 47%, ενώ η σύγκριση με το παγκόσμιο πρότυπο στον τομέα του κοινωνικού κράτους, της Δανίας, είναι ακόμη πιο απογοητευτική, 45% έναντι 55% της Δανίας). 

Μετά την «ανακάλυψη» αυτή των φωστήρων της ΕΕ και του ΔΝΤ, η Ελλάδα μπήκε σε πρόγραμμα «δημοσιονομικής εξυγίανσης», όπως και οι υπόλοιπες χώρες του ευρωπαϊκού νότου, με τα γνωστά αποτελέσματα σε ύφεση, ανεργία και χρέος. Τώρα, η Κύπρος ζει το ίδιο θέατρο του παραλόγου, και, παρά το αποτυχημένο παράδειγμα της Ελλάδας, υποκύπτει σε έναν παρόμοιο ληστρικό εκβιασμό, με τον μπαμπούλα της εξόδου από το ευρώ.

Η στοχευμένη καταστροφή της κυπριακής οικονομίας ομολογήθηκε κυνικά από το Σουηδό υπουργό οικονομικών, ο οποίος δήλωσε πως «η Κύπρος είχε τράπεζες και παραλίες, τώρα θα της μείνουν μόνο οι παραλίες». Η δυσμενής αυτή διάκριση και η ταπεινωτική μεταχείριση της Κύπρου, αλλά και της ευρωπαϊκής περιφέρειας, ελέω «δημοσιονομικής ανάγκης», δείχνει πλέον ξεκάθαρα πως η ευρωζώνη και η ΕΕ, δεν είναι μια ένωση ισότιμων εταίρων με στόχο την κοινή ασφάλεια και ευημερία, αλλά μια ηγεμονία των χωρών του ευρωπαϊκού βορρά, με πρώτη τη Γερμανία, που παρασιτούν πάνω στην οικονομικά κατεστραμμένη ευρωπαϊκή περιφέρεια, περιγελώντας την κατάντια της, την οποία περιφέρεια απομυζούσαν συστηματικά όλα τα προηγούμενα χρόνια, με κύριο μοχλό την ευρωζώνη. 

Οι ευρωπαίοι αξιωματούχοι «ξεχνούν» βεβαίως το γεγονός πως το κυπριακό τραπεζικό σύστημα, επιβαρύνθηκε με ζημίες περίπου 4,5 δις(30% του κυπριακού ΑΕΠ), λόγω του «εθελοντικού» κουρέματος του ελληνικού χρέους με το PSI, το οποίο χρέος είχε ξεφύγει από κάθε έλεγχο(από 110% του ΑΕΠ το 2009 σε 190% το 2011), λόγω της αδιέξοδης υφεσιακής πολιτικής που οι ίδιοι οι «εταίροι και δανειστές» έχουν επιβάλλει στη χώρα. Η σχεδιασμένη μετατροπή της ευρωπαϊκής περιφέρειας σε οικονομική ζώνη χαμηλού εργατικού κόστους με το πρόσχημα της «ανταγωνιστικότητας», έγινε επίσης φανερή με την δήλωση ότι οι καταθέσεις των πολιτών μπορεί να χρησιμοποιηθούν ως εργαλεία αποπληρωμής χρεών και των άλλων υπεχρεωμένων χωρών του νότου. Η δήλωση αυτή, εκτός του ότι διαλύει την τραπεζική πίστη σε ολόκληρο το ευρωσύστημα, αποτελεί άμεση προτροπή σε όσους καταθέτες συνεχίζουν να κρατούν τα κεφάλαιά τους στην ευρωπαϊκή περιφέρεια, να τα μεταφέρουν στις ασφαλείς τράπεζες του Βορρά(Γερμανία, Αυστρία, Ολλανδία κτλ), και να στεγνώσει έτσι τελείως από ρευστό ο ευρωπαϊκός νότος, την ώρα που αυτό ακριβώς το ρευστό χρηματοδοτεί την ανάπτυξη του βορρά(75 δις κεφαλαίων έχουν φύγει μόνο από τις ελληνικές τράπεζες τα τελευταία 4 χρόνια, προς τις χώρες του ευρωπαϊκού Κέντρου). Ιδού λοιπόν που οφείλεται η ανάπτυξη της Γερμανίας και των συμμάχων της: στην οικονομική αφαίμαξη της περιφέρειας, κι όχι στην «εργατικότητα» και «παραγωγικότητα» των Γερμανών, που πληρώνουν τους «άσωτους» νοτιοευρωπαίους, όπως προκλητικά ισχυρίζονται οι Γερμανοί πολιτικοί, χαϊδεύοντας τα αυτιά των ψηφοφόρων τους εν όψει εκλογών.

Αυτή η ανισομερής ανάπτυξη βεβαίως προηγείται κατά πολύ της παγκόσμιας κρίσης. Έχει τα θεμέλιά της στην ίδια την ευρωζώνη, ο ελαττωματικός σχεδιασμός της οποίας, μεταφέρει συστηματικά κεφάλαια από τις οικονομίες των υπηρεσιών που βασίζονται στην εσωτερική ζήτηση(Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία κτλ), στις ισχυρές εξαγωγικές βιομηχανικές οικονομίες του βορρά, όπως η Γερμανία. Το ευρώ λοιπόν, αντί να επιφέρει οικονομική σύγκλιση εντός της ΕΕ, όπως προπαγανδίζεται, μέσω του εύκολου(δημόσιου και ιδιωτικού) δανεισμού και της κατανάλωσης, οδήγησε όπως είπα και πριν, την ευρωπαϊκή περιφέρεια να τροφοδοτεί την ανάπτυξη του Κέντρου, με τα εμπορικά ελλείμματα της πρώτης να αποτελούν τα πλεονάσματα του δεύτερου(είναι ενδεικτικό ότι περίπου το 50% του εμπορικού πλεονάσματος της Γερμανίας, που δημιουργήθηκε την εποχή του ευρώ, οφείλεται στις συναλλαγές τις με τα PIGS, τα εμπορικά ελλείμματα των οποίων πολλαπλασιάστηκαν την ίδια περίοδο). 

Η θέση του ευρωπαϊκού νότου στον παγκόσμιο ανταγωνισμό επιδεινώθηκε περαιτέρω λόγω της ελευθερίας διακίνησης κεφαλαίων που επιβάλλεται στα πλαίσια της ΕΕ και της ευρωζώνης, η οποία εξέθεσε τις οικονομίες του Νότου στον ανταγωνισμό χωρών όπως η Κίνα, ωθώντας σε καθοδική πορεία το εργατικό κόστος, δεδομένης της αμέλειας ή και της αδυναμίας των χωρών αυτών να εκσυγχρονίσουν τις παραγωγικές δομές τους(με ευθύνη κυρίως του εγχώριου ιδιωτικού τομέα), και να παράγουν προϊόντα ανταγωνιστικά στις διεθνείς αγορές. Σημειωτέον, ότι η ελευθερία διακίνησης κεφαλαίων και η έλλειψη ελέγχων και ρυθμίσεων, ήταν σε μεγάλο βαθμό αυτή που επέτρεψε στις μεγάλες επιχειρήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα να δρουν με τον παρασιτικό τρόπο που τις οδήγησε στη χρεοκοπία, εις βάρος των φορολογουμένων των κρατών που τις διέσωσαν, και τον οποίο τρόπο σήμερα καταδικάζουν υποκριτικά ΕΕ και ευρωζώνη. Η δομική αυτή ανισορροπία εντός της ευρωζώνης αποκαλύφθηκε σε όλο της το εύρος με την κρίση δανεισμού που οδήγησε τις χώρες του Νότου στα μνημόνια λιτότητας και εσωτερικής υποτίμησης, αφού, λόγω της ευρωζώνης, δεν είχαν εθνικό νόμισμα να υποτιμήσουν και να χρηματοδοτηθούν, ενώ τα ασφυκτικά νεοφιλελεύθερα κριτήρια του Μάαστριχτ, και η συνακόλουθη αντιπληθωριστική πολιτική της ΕΚΤ, πλήρως εναρμονισμένη με τα πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα του ευρωπαϊκού βορρά(βλ. Γερμανία), εγκλώβισε τις χώρες του Νότου στα «προγράμματα διάσωσης» και στο φαύλο κύκλο ύφεσης-λιτότητας-ανεργίας. 

Η τραγική ειρωνεία, είναι ότι οι γερμανοί εργαζόμενοι, στις πλάτες των οποίων η γερμανική ηγεσία συσσώρευσε αυτό το πλεόνασμα ανταγωνιστικότητας, κρατώντας τους μισθούς τους παγωμένους επί 10 χρόνια, αντί να στραφούν εναντίον της και να διεκδικήσουν επεκτατική δημοσιονομική πολιτική και υποτίμηση του ευρώ, που μεσοπρόθεσμα θα ωφελούσε και τους ίδιους, στρέφονται, κοντόφθαλμα, κατά του αδύναμου κρίκου, του ευρωπαϊκού Νότου, επικυρώνοντας πολιτικά την εξαγωγική στροφή της Γερμανίας εκτός Ευρώπης, αφού η ευρωπαϊκή εισαγωγική αγορά έχει καταρρεύσει, και την διάλυση κάθε θετικής προοπτικής για την ευρωπαϊκή ενοποίηση.

Κατά συνέπεια, τα όσα συμβαίνουν στην Κύπρο, εκτός από την οικονομική καταστροφή του ευρωπαϊκού νότου, σηματοδοτούν και τον πολιτικό θάνατο του ευρωπαϊκού ονείρου, που το σκότωσαν για άλλη μια φορά οι ηγεμονικές βλέψεις της Γερμανίας στην Ευρώπη. Ταυτόχρονα, τα γεγονότα στην Κύπρο, παρά την τραγικότητά τους, συνετέλεσαν στην οριστική διάλυση δύο ψευδαισθήσεων, που ως τώρα κρατούσαν πολιτικά ζωντανό το ετοιμόρροπο οικοδόμημα της ΟΝΕ: πρώτον, της ψευδαίσθησης ότι μπορούν οι χώρες του Νότου να αποφύγουν την υπαγωγή τους σε μνημόνια με την εξωτερική χρηματοδότηση κάποιας χώρας εκτός ΕΕ(Κίνα, Ρωσία κτλ), χωρίς να πάρουν τη μοίρα τους στα χέρια τους, και να έλθουν σε ευθεία ρήξη με τη νεοφιλελεύθερη ηγεσία της ΕΕ.

Δεύτερον, και σημαντικότερο, η οικτρή στάση των υπόλοιπων χωρών της περιφέρειας που είναι σε μνημόνια απέναντι στην κυπριακή τραγωδία, διέλυσε οριστικά την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να διαμορφωθεί μια «συμμαχία του Νότου», σε αντιστάθμισμα προς την Γερμανική ηγεμονία, η οποία θα μπορούσε, συν τω χρόνω, να επιβάλλει μια στροφή της ΕΕ και της ευρωζώνης σε αναπτυξιακές πολιτικές. Κάτι τέτοιο είναι πολιτικά και κοινωνικά αδύνατο, για τον απλούστατο λόγο ότι το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο των χωρών αυτών, με κορωνίδα της κυβερνήσεις τους, και συνεπικουρούμενο από την πολιτική αδυναμία και ανωριμότητα της αριστεράς σε όλη την ηπειρωτική Ευρώπη, έχει συνδέσει άρρηκτα την κυριαρχία και την επιβίωσή του με το ευρώ, το οποίο μάλιστα στην Ελλάδα, μέχρι πρότινος, είχε καταφέρει να επιβληθεί στην κοινή γνώμη ως ένα είδος φετίχ και θεσφάτου, ψυχολογικά συνδεδεμένου με την ευρωπαϊκή προοπτική, την δημοκρατική σταθερότητα και την οικονομική ευημερία(!).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου