Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013

Ποιος δουλεύει ποιον στην ελληνική εκπαίδευση;

....του Ρίζου Καϊάφα

Η αφορμή για αυτό το άρθρο δόθηκε από τις αντιδράσεις των διαδικτυακών μου φίλων σε μια σχετική μου ανάρτηση προ ημερών . Εκεί, αγανακτισμένος πλέον από μια σειρά κωμικοτραγικών φαινομένων της καθημερινότητας στο πανεπιστήμιο, είχα αναρωτηθεί «μήπως δουλευόμαστε μεταξύ μας σ’ αυτή τη σχολή;» Η απρόσμενα μεγάλη ανταπόκριση στο σχόλιό μου με έπεισε πως όχι μόνο η υποψία μου είναι βάσιμη αλλά επιπλέον – κι αυτό είναι το εξοργιστικότερο όλων – γνωρίζουμε και συμμετέχουμε σ’ αυτό το θλιβερό παιχνίδι της εθελοτυφλίας. Δεν είναι περίεργο ότι η διαπίστωσή μου θα μπορούσε να γενικευτεί σε όλες τις βαθμίδες του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος.


Πράγματι, σε κάθε βήμα της διαδρομής μας από το δημοτικό ως το πανεπιστήμιο κλείνουμε τα μάτια στα μικρά και μεγάλα ελαττώματα του συστήματος. Γιατί όλοι νομίζουμε πως είμαστε οι εξαιρέσεις. Γιατί ο χρόνος πιέζει και η υποτιθέμενη δωρεάν παιδεία κοστίζει πανάκριβα. Γιατί γαλουχηθήκαμε με μια νοοτροπία που έδινε σημασία στους τίτλους σπουδών και όχι στην ουσιαστική γνώση, στα γνήσια ταλέντα και τις δεξιότητες. Γιατί ακόμα και μέσα σε τόσο αντίξοες συνθήκες, αντιμέτωποι με τη συνειδητοποίηση του αδιεξόδου, χωρίς καμιά δικαιολογία πλέον, εμείς αρνούμαστε πεισματικά να αλλάξουμε. Κι από χαρισματικές εξαιρέσεις καταλήγουμε ένας ακόμα αριθμός στο άθροισμα της συλλογικής αποτυχίας αυτής της χώρας.

Δεν θέλω να επαναλάβω πράγματα που όλοι γνωρίζουν και στα οποία έχω αναφερθεί κατ’ επανάληψη. Αλλά δεν μπορώ να μην ανατρέξω στα πιο πρόσφατα εκπαιδευτικά μας κατορθώματα. Ξεκινώντας από την πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, σε πολύ καλύτερες εποχές αρνηθήκαμε να οικοδομήσουμε ένα πραγματικό ολοήμερο σχολείο με τη δικαιολογία ότι δεν υπήρχαν αρκετά χρήματα, την ίδια στιγμή που τα φροντιστήρια απορροφούσαν μεγάλο μέρος των εισοδημάτων μας. Έπειτα καθιερώσαμε ως υποκατάστατο την ενισχυτική διδασκαλία και την πρόσθετη διδακτική στήριξη, τις οποίες μετατρέψαμε σε ένα διαρκές όργιο πελατειακών συναλλαγών με θύματα πρωτίστως τους μαθητές αλλά και τους ίδιους τους καθηγητές, που ζητιάνευαν στις πόρτες απίθανων ανευθυνοϋπεύθυνων για μερικές ώρες μαθημάτων την εβδομάδα. Αργότερα τα προγράμματα καταργήθηκαν ελλείψει χρημάτων για να επαναφερθούν μόλις προ ολίγων ημερών, με την πομπώδη διευκρίνιση ότι θα προσληφθούν επτά χιλιάδες εκπαιδευτικοί. Αν όμως ρίξουμε μια ματιά στους υπολογισμούς του υπουργείου θα διαπιστώσουμε ότι αυτός ο αριθμός αντιπροσωπεύει μόλις το 1/10 των αναμενόμενων αιτήσεων συμμετοχής στο πρόγραμμα. Οι καθηγητές θα κληθούν να διδάξουν και πάλι ελάχιστες ώρες για να μαζέψουν λίγα χρήματα και κάποια ψήγματα μορίων της πολυπόθητης προϋπηρεσίας. Κι επιπλέον, θα απευθύνονται σε τμήματα αποτελούμενα από μαθητές τεσσάρων – πέντε διαφορετικών σχολείων, με όλες τις πρακτικές δυσκολίες που αυτό συνεπάγεται.

Στο μεταξύ στα πανεπιστήμιά μας η αποδιαρθρωτική σειρά των κατ’ ευφημισμόν μεταρρυθμίσεων συνεχίζεται μέσα από διαρκείς παλινδρομήσεις. Το προσφάτως ανακοινωθέν σχέδιο Αθηνά υπέστη τόσες αλλαγές, μετά από τις παρεμβάσεις κάθε λογής τοπικών φορέων, που κι αν ακόμα διεπόταν αρχικά από κάποια ορθολογικά κριτήρια έχει πια μετατραπεί σε ένα σύνολο ανερμάτιστων και κάποτε εμφανώς παράλογων μετακινήσεων τμημάτων. Η πολύπαθη αξιολόγηση παραπέμφθηκε και πάλι στις καλένδες ενώ τον ίδιο δρόμο ακολουθούν και τα αντίστοιχα μέτρα στις άλλες βαθμίδες της εκπαίδευσης. Και μέσα σ’ όλα αυτά κάποιοι ασχολούνται ακόμα με τη βάση του δέκα και τον αριθμό των εισακτέων, λες και μερικοί βαθμοί και ποσοτικοί δείκτες μπορούν να κάνουν τα σχολεία, τα πανεπιστήμια και τους μαθητές μας καλύτερους. Διότι το πρόβλημα δεν είναι πόσοι θα περάσουν φέτος και με ποιο βαθμό στις «περιζήτητες» σχολές αλλά τι διδάχθηκαν μέχρι τώρα, τι θα διδαχθούν εκεί μέσα και τι θα κάνουν με το πτυχίο που κάποτε θα πάρουν.

Τα νούμερα, για να περιοριστώ στον κλάδο μου, μόνο ως απελπιστικά μπορεί να χαρακτηριστούν. Οι πτυχιούχοι των ιστορικών – αρχαιολογικών τμημάτων της χώρας παραμένουν κατά μέσο όρο 7-9 χρόνια άνεργοι κι όταν τελικά καταφέρουν να βρουν δουλειά μόνο ένα 17-18% έχει μια μόνιμη εργασία αντίστοιχη των σπουδών του. Ένα 42,3 % των συνολικών αποφοίτων δεν θα ασχοληθεί ποτέ με την ιστορία ή την αρχαιολογία. Η κατάσταση στους άλλους θεωρητικούς κλάδους είναι δυστυχώς παρόμοια, ενώ μεγάλη ανατροπή συντελείται και στον έως πρότινος ευνοημένο τομέα των δασκάλων. Αν επικεντρωθούμε στο δημόσιο σχολείο μάλιστα, διαπιστώνουμε ότι, παρά την κατάργηση της επετηρίδας προ δεκαπενταετίας, δημιουργήσαμε μια άλλη παράλληλη επετηρίδα που βασίζεται στο διαρκές κυνήγι των μορίων προϋπηρεσίας. Ένας νέος καθηγητής που δεν ανήκει σε κάποια «ειδική» κατηγορία, ακόμα και με άριστο βαθμό πτυχίου και άριστη επίδοση στις εξετάσεις του Α.Σ.Ε.Π. (όταν κάποτε γίνονταν διαγωνισμοί του Α.Σ.Ε.Π.), μαθηματικά είναι σχεδόν αδύνατον να διορισθεί λόγω έλλειψης μορίων προϋπηρεσίας. Όμως εντός των καθηγητικών σχολών, όσο κι αν φαίνεται εξωφρενικό, δεν υπάρχει πρακτική άσκηση σε τάξη. Κατά συνέπεια η προϋπηρεσία είναι σπάνια και πρέπει να αναζητηθεί μετά τις σπουδές. Καθώς οι θέσεις ολοένα περιορίζονται, για να την αποκτήσει κανείς αναγκάζεται να μπει βαθιά στο σύστημα των πελατειακών σχέσεων. Στο μεταξύ κάθε χρόνο προστίθενται στους πίνακες κατάταξης των επίδοξων καθηγητών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, αναφερόμενος και πάλι μόνο στους αποφοίτους ιστορικών – αρχαιολογικών τμημάτων, πάνω από χίλια άτομα. Είναι προφανές πως με τα σημερινά δεδομένα όλοι αυτοί οι άνθρωποι δεν πρόκειται ποτέ να διδάξουν σε σχολείο.

Έτσι, αυτό που αποκαλώ φαύλο κύκλο της εθελοτυφλίας ολοκληρώνεται. Ξεκινάς με το όνειρο να ασχοληθείς με κάτι που πραγματικά σε ενδιαφέρει, αν καταφέρεις βέβαια να υπερνικήσεις τις πιέσεις του περιβάλλοντός σου. Ωστόσο κανείς δεν σε ενημερώνει ούτε για το τι ακριβώς συμβαίνει στην πράξη ούτε για τις άλλες επαγγελματικές δυσκολίες. Στο σχολείο και στα φροντιστήρια μαθαίνεις πως πρέπει να διαβάζεις όχι επειδή σου αρέσει το διάβασμα αλλά για να αποστηθίσεις την ύλη των εξετάσεων. Αν υποθέσουμε ότι πέρασες πια τις εξετάσεις μπαίνεις σε ένα πανεπιστήμιο που καμώνεται ότι σε μαθαίνει να σκέπτεσαι επιστημονικά αν και το ίδιο δεν υπόκειται σε κανενός είδους επιστημονική αξιολόγηση. Και τελικά καταλήγεις με πτυχίο, μεταπτυχιακό, διδακτορικό, που αναρωτιέσαι αν αξίζουν κάτι στην αγορά εργασίας. Έχεις τότε μερικές πολύ σκληρές επιλογές: ή τα παρατάς ή αποδημείς για να γλιτώσεις ή σκύβεις το κεφάλι και συνεχίζεις στην πεπατημένη, υποκρινόμενος πως δεν βλέπεις τίποτα. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις το αποτέλεσμα είναι το ίδιο για την εκπαίδευση: ο φαύλος κύκλος διαιωνίζεται.

Συνήθως είσαι πια πολύ κουρασμένος, πολύ φτωχός, πολύ θυμωμένος, πολύ συμβιβασμένος, πολύ κυνικός ίσως για να ακολουθήσεις το μόνο δρόμο που θα μπορούσε κάποτε να μας βγάλει από το αδιέξοδο: το δρόμο της δημιουργικής φαντασίας και της εποικοδομητικής αντίδρασης. Μετά από όλα αυτά δικαιούμαι νομίζω να σε ρωτήσω, όπως ρωτάω καθημερινά τον ίδιο μου τον εαυτό: ποιον νομίζεις ότι κοροϊδεύεις; Τελικά ποιος δουλεύει ποιον στην ελληνική εκπαίδευση;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου