Παρασκευή, 26 Ιουλίου 2013

μπαχάρ* 5

Δευτέρα φτάνει απ’ το τυπογραφείο. Από Τρίτη απόγευμα αναζητείστε το σε κεντρικά βιβλιοπωλεία και καφέ της πόλης και βέβαια στο καφέ του Radiobubble
Γράφουν: kospanti / gasireu / anenecuilco14 / άπιαστος λέιζερ / old boy / ΚΚΜοίρης / thas / Όλια Λαζαρίδου / μπανάνα / ou ming / Ευγένιος Αρανίτσης / silentcrossing / βυτίο / Sisyfina / δομιανός / Jaquou Utopie / το πορτατίφ

Φωτογραφίζουν: arcadesx / theskyetc / pen tri / patsiko / murplejane / kaloutsiki / radio_sociale / Ανδρέας Σχοινάς / goldie / schwarzweisslayout: MindThe_Gab


Στρίβεις στο Λεοντάρι και ακολουθείς το δρόμο μέχρι τη Σπάρτη. Περνάς από τον φιδωτό δρόμο μέσα από ένα σωρό χωριά. Στο Λογκανίκο ή στο επόμενο χωριό, οι θαμώνες του καφενείου απλώνοντας το χέρι για να ρίξουν το ζάρι μπορεί να ακουμπήσουν το τιμόνι του αυτοκινήτου σου. Ανάμεσα στα χωριά, κάπου κάπου έχει μια πηγή ανάμεσα στα δέντρα και ένα μικρό πλάτωμα για να σταματήσεις. Σταματάς. Πίνεις νερό, γεμίζεις το μπουκαλάκι, καταβρέχεις το κεφάλι σου. Έχει μια φοβερή δροσιά, αν σκεφτείς ότι είναι Αύγουστος.

Όταν συζητάγαμε με τον @radio_sociale για το πρώτο τεύχος του μπαχάρ, σκεφτόμουν ότι αυτό το μινι περιοδικάκι μου μοιάζει ακριβώς με αυτή την αίσθηση. Όταν σταματάμε να γεμίσουμε το μπουκάλι με νερό, έχει μια φοβερή δροσιά, σχεδόν ακούς τη σκιά του πλάτανου και αναρωτιέσαι σε πόση ώρα φτάνεις στη στροφή λίγο πριν τη Σπάρτη για να αρχίσει η ανάβαση στον Ταΰγετο. Δεν το περιέγραψα έτσι στον rs, είναι βλέπεις στερεοελλαδίτης και που να καταλάβει τι σημαίνει Ταΰγετος.

Πάντως, έτσι εξακολουθώ να υποδέχομαι κάθε νέο τεύχος του Μπαχάρ, σαν σταμάτημα στη δροσιά για νερό έξω απ’ το Λόγκανικο, σαν κάτι τραγούδια των μπιτλς που τ’ ακούς μικρός και μοιάζουν με χάδι στην καρδιά (που λέει μια ψυχή), σαν ξαφνικό φιλί άγνωστης γυναίκας στην προκυμαία της επιστροφής στην πόλη.

Βέβαια για να μπεις στο καράβι της επιστροφής, πρέπει πρώτα να ζήσεις το κατάστρωμα του όπου φύγει φύγει. Ο δρόμος προς τον Πειραιά όμως είναι σχεδόν κλειστός. Οι συνθήκες στραβώνουν διαρκώς από τότε, το Δεκέμβριο του 11. Οι συνθήκες έγιναν σιδερένια πυγμή που δεν συντρίβει μα όλο πιέζει. Η πόλη φοράει στολή, στους δρόμους κυκλοφορούνε στολές, στα πεζοδρόμια λαγοκοιμούνται πεσμένοι. Στις κεντρικές λεωφόρους τρέχουν να κρυφτούν όσοι φοβούνται μήπως ήρθε η σειρά τους να πέσουν ή μήπως είναι η σειρά τους να αντικρύσουν από κοντά μια στολή. Απ’ τα παράθυρα ακούγεται όλο και πιο δυνατά το ζάπινγκ, τί να πρωτοκαλύψει κι αυτό.

Έτσι, τώρα που είπαμε να μιλήσουμε για το καλοκαίρι, ψάχνουμε να βρούμε την καρδιά μας. Η πόλη είναι ένα εχθρικό μέρος για τους φίλους μας, ένα αφιλόξενο μέρος για όσους άλλοτε βοηθάμε κι άλλοτε ξεχνάμε, μια ατέλειωτη αναμονή στο σκοτάδι ενός τούνελ του ηλεκτρικού. Το βαγόνι χάλασε, δεν μπορεί να μας πάει στην πύλη της αναχώρησης, άνθρωποι παρακαλάνε για πέντε λεπτά, έχει μια ζέστη αφόρητη και έτσι κι αλλιώς όλα είναι δανεικά, τα λεφτά των διακοπών, τα λεφτά της επιβίωσης, τα λεπτά που υπολόγισες για διακοπές, ο χρόνος του διαλείμματος, τα πάντα είναι δανεικά, δανεικά απ’ της ζωής την τράπεζα.

Αλλά εμείς είπαμε στους φίλους μας, γράψτε για το καλοκαίρι κι αυτοί το έκαναν. Έγραψαν και φωτογράφισαν και μας χάρισαν αναμνήσεις, εικόνες, αφηγήσεις, λέξεις. Και αν χρειαστεί, και επειδή θα χρειαστεί, θα κατέβουμε, δεν θα φοβηθούμε ή θα φοβηθούμε και θα το ξεπεράσουμε ή θα φοβηθούμε, δεν θα το ξεπεράσουμε, αλλά δε γαμιέται, θα κατέβουμε απ’ το ακινητοποιημένο βαγόνι , θα σηκώσουμε τα μανίκια που δεν φοράμε και θα σπρώξουμε. Αν χρειαστεί θα φανταστούμε τον Ιούλιο του 2004 ή τον Αύγουστο του 2001 ή τον Αύγουστο του 2015, ότι χρειάζεται προκειμένου το βαγόνι να πάρει εμπρός. Θα ονειρευτούμε το Σούνιο, την Ηρακλειά, το χωριό, τα Εξάρχεια, την Χρυσή Άμμο – την Ψιλή Άμμο – την Παχιά Άμμο (σειρά μακρινών ξαδερφών, υπάρχει ένα σε κάθε νησί). Θα τραβήξουμε απ’ τον σάκο με τις πετσέτες, τις πιο πικρές αναμνήσεις, τα πιο γλυκά πρωινά, το αύριο το ίδιο.

Θα τραγουδήσουμε εντέλει τις φωτογραφίες και θα αποδώσουμε στη νοηματική τα κείμενα. Θα κινηθεί το βαγόνι, θα βρεθούμε στην παραλία, στο μπαλκόνι, στα έλατα και στα αρμυρίκια, στην παιδική ηλικία και στην ουτοπία.

Θα ανακαλύψουμε εκείνη τη ρωγμή και θα τη σκαλίσουμε με ένα μικρό κουταλάκι, Τομ Ρόμπινς και Ρίτα Χέιγουρθ μαζί, ώσπου οι τοίχοι να πέσουν, ώσπου ο δρόμος για τον Πειραιά να ξανανοίξει. Μπορεί τώρα να χάνουμε, μπορεί τώρα να βουλιάζουμε, αλλά έχουμε κρυμμένο καλά εκείνο το γνωστό κουταλάκι. Εκείνο που ευθύνεται για τόσες και τόσες αποδράσεις, για τόσες και τόσες ελευθερίες. Το έχουμε και λίγο λίγο σκαλίζουμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου