Σάββατο, 13 Ιουλίου 2013

Μια Τρίαινα στην Άβυσσο

...του Θωμά Καλοκύρη

Είναι τρεις το πρωί. Είναι ανήσυχος. Έξω ψιχαλίζει. Είναι αυτή η βροχή του καλοκαιριού που προκαλεί μια ανεξήγητη διέγερση των λεπτών μας -σχεδόν ανεπαίσθητων- αναζητήσεων και αμφιβολιών. Αμφιβολία. Αναζήτηση. Ανησυχία. Τ' αντίθετα τους η Γαλήνη, η Ηρεμία, η Σιγουριά. Η ζωή μας μια μόνιμη αμφιταλάντευση ανάμεσα σ’ αυτά, στον κίνδυνο και στη σιγουριά, στο άπιαστο και στο σταθερό.


Το μέρος γύρω του είναι άγνωστο, τέσσερις τοίχοι, δυο παράθυρα, ένα μπαλκόνι, απέναντι η θάλασσα, πίσω του πεύκα. Το μόνο που ακούγεται είναι ο άνεμος, η στάλα της βροχής, και αχνά το κύμα -ένα αυτοκίνητο αραιά και που. Σ’ αντίθεση ή προς πείσμα της φυσικής αρμονίας και σύνθεσης, η σκέψη του είναι ανάστατη, οι παλμοί του γρήγοροι, η αναπνοή του κοφτή.

Πώς βρέθηκε εδώ αυτήν την νύχτα άραγε; Ποια ακατάληπτη αλληλουχία γεγονότων, στιγμών, συνθηκών, συνδυασμών, δυνατοτήτων, ανάμεσα σε τρισεκατομμύρια τρισεκατομμυρίων, τον οδήγησε εδώ και σε ποιο βαθμό ήταν η ίδια του η βούληση, η "ανεμπόδιστη", η "ελεύθερη"; Πόσο τελικά αυτοκαθοριζόμαστε και πόσο ακόμη κι αυτές οι "ελεύθερες" επιλογές που κάνουμε λειτουργούν ως παράγοντες περιορισμού του "ελεύθερου" αυτής της ίδιας βούλησης στο μέλλον; Γιατί είναι εδώ; Γιατί διάλεξε να είναι εδώ; Πού θα είναι αύριο; Με ποιον; Και - κυρίως -του είναι τελικά αρκετό;

Ίσως πάλι τη μάχη με τον εαυτό του την έχει χαμένη από χέρι, ίσως το μυαλό του αυτές τις νύχτες ανεξέλεγκτα φλερτάρει με την άβυσσο, αγγίζοντας τα όρια του "διαφορετικού", του "ασυνήθιστου", του "παρανοϊκού".Τότε γεννιέται ένα όνειρο, έτοιμο να αποτυπωθεί σε χαρτί, χάνοντας ωστόσο έτσι το άρωμα της παράνοιας, υποκείμενο σε συντακτικούς κανόνες, σε σχηματισμούς - τις λέξεις. Η θάλασσα θεριεύει, το δωμάτιο γίνεται ένα πλεούμενο γεμάτο τρύπες, έρμαιο στο χείλος της παλίρροιας, μακριά από κάθε ίχνος στεριάς. Μοναδικό σημάδι στον ορίζοντα, μια πύρινη τρίαινα, απ’ τα βάθη του ωκεανού, με χαραγμένο πάνω το όνομά της, ένας θεός και μια κραυγή - ο θάνατος.

Κραυγή αγωνίας, την προκαλεί με θράσος. Ό,τι νιώθει πως του προξενεί οδύνη, έχει την αρρωστημένη τάση να το προκαλεί. Και τότε καθίσταται έρμαιο σ’ ένα χαμένο, τραγικό παιχνίδι του μυαλού του, με πρωταγωνιστή τον ίδιο. Η ματαιότητα της κάθε του πράξης, ο ισοπεδωτικός, απόλυτος θάνατος της ψυχής, του μυαλού, του σώματος, των πάντων. Το εφήμερο, η σοκαριστική ασημαντότητά του μέσα στο χάος των γαλαξιών, η αναζήτηση δίχως τέλος ή το μάταιο αυτού του τέλους. Αυτή.

Το φιλί της. Είναι κι αυτό αρρωστημένα ηδονικό για να μην το προκαλέσει. Για να μην προσπαθήσει να το θυσιάσει στο βωμό της σήψης και της ματαιότητας, κάνοντας τεστ όλο και πιο παρανοϊκά τις νύχτες που ο έλεγχος χάνεται. Το περνά από τεστ ανασφάλειας, το μοιράζεται, τον προδίδει, είναι ψεύτικο, εφήμερο, υποκριτικό, ρηχό, συνηθισμένο, ανούσιο, σαν τις ανθρώπινες σχέσεις. Ανοίγει τα χέρια, αιωρείται πάνω στην ατσαλένια τρίαινα με θέα την άβυσσο και προορισμό μια λεπίδα, με χαραγμένο το όνομά της. Ανοίγει τη σκέψη του, πλήρως, χωρίς καμία αντίσταση -αγγίζει τη λεπίδα με τη γυμνή του σάρκα. Μια πρώτη στάλα αίματος λεκιάζει τα αρχικά της κι τότε το νιώθει. Πως νίκησε κι απόψε.

Ανοίγει τα μάτια. Επιστρέφει σ’ ένα δωμάτιο σαν όλα τ’ άλλα, στην απόλυτη ησυχία. Ψάχνει το κινητό του προσπαθώντας να σταθεί γερά και πάλι σ’ αυτόν τον κόσμο. Το ανοίγει, αρχίζει της γράφει ένα ανόητο μήνυμα. " Σε σκέφτομαι..."

Το ξανά βλέπει. Χαμογελάει και το σβήνει. Πιάνει χαρτί και στυλό. Θα της πει τα πάντα.

"Στη σιγή των νυχτερινών ήχων,

μια ηχώ- διαπεραστική σειρήνα.

Στο ατελείωτο των σκοτεινών στιγμών,

η δική σου φωνή, η δική μου ελπίδα.

Στο θάνατο και στη φθορά,

δε θα ‘σαι ποτέ μόνη.

Στη λήθη και στα γηρατειά,

ο πόνος σου ανοιξιάτικο χιόνι,

που θα λιώνει σα χωνάκι παγωτό,

κάτω απ’ τον δικό μας ήλιο.

Γιατί θα στο λέω,

το δικό σου φιλί, το δικό μας όνειρο,

η δική σου κόλαση, ο δικός μου παράδεισος.



Θ.Κ. "

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου