Τετάρτη, 12 Ιουνίου 2013

«Αντιρατσιστικό κι Αναποτελεσματικό»

....του Στέργιου Καλπάκη

Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει η πολιτική ηγεσία του τόπου την έξαρση του ρατσισμού, της ρατσιστικής βίας και των ακροδεξιών συμπεριφορών αποδεικνύει περίτρανα, για ακόμη μία φορά την αδυναμία του πολιτικού μας συστήματος να σταθεί με σοβαρότητα απέναντι σ’ ένα σημαντικό πρόβλημα κοινωνικής παθογένειας.


Η αύξηση των κρουσμάτων ρατσιστικής βίας τα τελευταία χρόνια κι η αποδοχή από μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας, φασιστικών αντιλήψεων, η οποία εκφράζεται με την άνοδο της Χρυσής Αυγής, έχει οδηγήσει το δημόσιο διάλογο σε μία συζήτηση για το αν το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο σχετικά με τον περιορισμό του ρατσισμού είναι ικανό για την αντιμετώπιση των παραπάνω φαινομένων.

Η σύνταξη αντιρατσιστικού νόμου από το Υπουργείο Δικαιοσύνης δίχασε τους κυβερνητικούς εταίρους κι ανέδειξε την αδυναμία του παρόντος πολιτικού συστήματος ν’ απαγκιστρωθεί απ’ τις μικροκομματικές σκοπιμότητες και να δείξει το δρόμο για την καταπολέμηση του σοβαρού φαινομένου.

Η Νέα Δημοκρατία που αρχικά ήταν υπέρ της ψήφισης νέου πλαισίου για το ρατσισμό, εδώ και αρκετές εβδομάδες υποστηρίζει πως το παρόν νομοθετικό πλαίσιο αρκεί. Ο Α. Σαμαράς και η ηγετική του ομάδα, ανησυχώντας για επιπλέον μείωση των ακροδεξιών τους ψηφοφόρων, προέβησαν, όπως άλλωστε το συνηθίζουν, σε μία ακόμη θεματική μεταστροφή.

Από την άλλη πλευρά, το μέτωπο της προώθησης του αντιρατσιστικού νόμου συγκροτούν ΠΑΣΟΚ και Δημ.Αρ. Το νομοσχέδιο που προτάθηκε από τα δύο κόμματα προκαλεί έντονη αμφισβήτησή για τον αν θα αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το ρατσισμό κι ανησυχία για τον περιορισμό στην ελευθερία της έκφρασης.

Η αύξηση των ποσοστών της Χρυσής Αυγής είναι αποτέλεσμα της οικονομικής και πολιτικής κρίσης που μαστίζει τη χώρα μας και σε καμία περίπτωση δεν προέκυψαν λόγω της έλλειψης νέου αντιρατσιστικού νόμου. Τα υψηλά ποσοστά της ανεργίας, η φτώχια, η καταπάτηση εργασιακών δικαιωμάτων και η συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους έσπειραν τη δυστυχία και την απογοήτευση στους Έλληνες, πολλοί απ’ τους οποίους στρέφονται στην «εύκολη αγανάκτηση» του «ακροδεξιού ακτιβισμού». Παράλληλα, η αναξιοπιστία που πηγάζει απ’ το πολιτικό σύστημα λόγω της χρόνιας σχέσης διαπλοκής που ανέπτυξε με τα εγχώρια και ξένα οικονομικά συμφέροντα ωθεί συμπολίτες μας σε μία γενικευμένη απαξίωση των δημοκρατικών θεσμών, διαδικασιών κι ελευθεριών, ως υπεύθυνες για την κρίση.

Την ίδια ώρα, η συμμετοχή της χώρας μας στον χάρτη της παγκοσμιοποίησης από δυσμενή θέση και η ανικανότητα των κυβερνήσεων να διαπραγματευτούν την αξιοπρέπειά μας, τόσο στον τομέα της οικονομικής πολιτικής όσο και στον τομέα της μεταναστευτικής πολιτικής, οδήγησε στην ανάπτυξη του εθνικισμού και της ξενοφοβίας. Δεν πρέπει να ξεχνάμε βέβαια και το ρόλο που επιτελεί η Παιδεία, μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος στη διαμόρφωση της συνείδησης των νέων. Η συνεχής υποβάθμισή της λοιπόν και ειδικά τα τελευταία χρόνια, περιορίζει αυτομάτως τις ελπίδες διαμόρφωσης δημοκρατικής κουλτούρας και σεβασμού στο διαφορετικό από τη νεολαία.

Πέρα όμως απ’ το γεγονός της αναποτελεσματικότητας στον περιορισμό ενός κοινωνικού φαινομένου με νομοθετικές απαγορεύσεις, αυτό που μας προβληματίζει ως προς το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο, είναι ο περιορισμός στην ελευθερία της έκφρασης που προκύπτει απ’ τις διατάξεις του. Ο νόμος που κατατέθηκε στη Βουλή ποινικοποιεί ως επί το πλείστον τον λόγο. Περιορίζει δηλαδή σημαντικά το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης και τις δυνατότητες στην ελευθερία της επιστημονικής έρευνας. Ταυτόχρονα, η ενσωμάτωση της απόφασης-πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του 2008 πρέπει να μας ανησυχήσει για ένα μελλοντικό περιορισμό στις πολιτικές ελευθερίες ευρύτερα, αποτελώντας ίσως το άρμα για την προώθηση της θεωρίας των άκρων και την ταύτιση ναζισμού-κομμουνισμού.

Οφείλουμε επίσης, να συνυπολογίσουμε την πιθανότητα, αυτός ο περιορισμός στην ελευθερία της έκφρασης να ρίξει κι άλλο νερό στο μύλο της ακροδεξιάς, η οποία θα τον εκμεταλλευτεί για να κερδίσει τη συμπάθεια περισσότερων αγανακτισμένων από την υπάρχουσα «ανάπηρη» δημοκρατία. Όπως έγινε σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, έτσι και η ψήφιση του αντιρατσιστικού νόμου στην Ελλάδα, πιο πιθανό είναι να αυξήσει το ρατσισμό και το φασισμό παρά να τους περιορίσει.

Ο ρατσισμός, η βία και οι φασιστικές αντιλήψεις είναι κοινωνικά φαινόμενα που γεννιούνται και διογκώνονται μέσα στις κρίσεις του συστήματος. Όσο η ανεργία αυξάνεται και η φτώχια χτυπάει όλο και περισσότερες οικογένειες, τόσο περισσότεροι πολίτες θα στρέφονται στη Χρυσή Αυγή και τον αντιμνημονιακό της λόγο. Όταν το πολιτικό σύστημα διακρίνεται για τις σχέσεις διαπλοκής και διαφθοράς, περισσότεροι θα είναι εκείνοι που αμφισβητούν τη δημοκρατία και τις ελευθερίες. Κάθε φορά που η χώρα μας θα δέχεται αδρανής τις επιταγές των Ευρωπαίων και το μεταναστευτικό ζήτημα δεν επιλύεται, οι εθνικιστικές κορόνες θα βρίσκουν ακροατήριο. Όταν η Παιδεία μας δημιουργεί νέους με δεξιότητες, χωρίς όμως κριτική σκέψη και πολιτική κουλτούρα, τόσο περισσότερα θα είναι τα θύματα της παραπληροφόρησης και των θεωριών συνωμοσίας που λειτουργούν υπέρ των ακροδεξιών δυνάμεων. Τέλος, όσο οι αρχές παρέχουν, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο ,ασυλία στους σύγχρονους «Κοτζαμάνιδες», οι ελπίδες για περιορισμό της ρατσιστικής βίας είναι φρούδες.

Ο ελληνικός λαός, οι δημοκράτες, προοδευτικοί πολίτες είναι αυτοί οι οποίοι με τον Αγώνα τους για πραγματική Δημοκρατία, Δικαιοσύνη και μια άλλη Παιδεία θα περιορίσουν το φασισμό και τις νεοναζιστικές συνιστώσες.

Τρέφουν αυταπάτες όσοι νομίζουν, ότι αυτοί οι οποίοι με τις πολιτικές τους, άφησαν το αυγό του φιδιού να εκκολάπτεται για 20 ολόκληρα χρόνια θα δώσουν τη λύση. Το αντιρατσιστικό μήνυμα δεν πρόκειται να νομιμοποιηθεί στη συνείδηση του Έλληνα, όταν αυτοί οι οποίοι παρουσιάζονται ως εκφραστές του, είναι παράλληλα εκφραστές της οικονομικής και πολιτικής μας χρεοκοπίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου