Τετάρτη, 5 Ιουνίου 2013

Ρεμβασμός μετά λογοτεχνίας

....της Αναστασίας - Μίλα Ποποβίδου


Πάντα πίστευα πως η ισορροπία στη ζωή επέρχεται όταν τέμνονται δύο αντικρουόμενες δυνάμεις, με αρχετυπικότερο πρότυπο αυτής της πάλης τη σχέση λογικής και συναισθήματος. Ιδανική μορφή άμιλλας μεταξύ των δύο είναι η λειτουργία της μίας με σκοπό την προαγωγή της άλλης. Πώς αλλιώς, αφού για να μπορέσει ο άνθρωπος να ενστερνιστεί τα νοήματα που προσλαμβάνει κάθε φορά με το λογικό του, θα πρέπει πρώτα να τα πετάξει μέσα στον κυκεώνα του μυαλού του και έπειτα συνομιλώντας τακτικά μαζί τους, να κατασκευάσει εικόνες και να ανακαλέσει μνήμες για να γεννήσει κάτι καινούριο. 


Μόνο έτσι. Επιτρέποντας στο μυαλό να εισχωρήσει στην αλυσίδα των δεδομένων που αποτίθενται νωχελικά μέσα στο νου και να επιλέξει το πιο ξεχωριστό, αυτό που προκαλεί μεγαλύτερη συγκίνηση, εγκαινιάζεις ταυτόχρονα έναν διάλογο του μυαλού με την ψυχή. Έναν διάλογο, όμως, όπου λογική σκέψη, αποκύημα της λειτουργίας του μυαλού μας, και αισθήματα, τέκνα της λειτουργίας της ψυχής μας, θα αποτελούν μία μονάδα συγχωνευμένη, ένα αδιαίρετο όλο. Τι δύσκολη σύζευξη θα σκεφτεί κανείς, ακατόρθωτη σχεδόν. «Και να σκεφτεί κανένας ότι, με την προϋπόθεση να το θελήσουμε όλοι, μπορούμε», καταγράφει ο Ελύτης. Αν θελήσουμε πραγματικά να αλλάξουμε τον τρόπο που σκεφτόμαστε και κατ’ επέκταση τη ζωή μας, τον βίο μας, το μοναδικό πράγμα που μας ανήκει δικαιωματικά και απαρέγκλιτα, μπορούμε. Και αυτή η αναμόρφωση βρίσκει τις απαρχές της εκεί, στη σχέση λογικής-συναισθήματος. 

«O ασυγχρονισμός της φύσης και του ανθρώπου έφερε τον ασυγχρονισμό της ψυχής και του σώματος» ξανά ο Ελύτης. Το τελευταίο διάστημα, αισθάνομαι να βιώνω μία μορφή παρατεταμένου προσηλυτισμού τον οποίον είμαι βέβαιη σχεδόν πως επιδιώκω. Το περιεχόμενο αυτού έχει να κάνει με τη συνεχόμενη σύγκρουση μεταξύ σύγχρονου τρόπου ζωής σε αστικές μεγαλουπόλεις και αποποίηση αυτής της νόρμας σε μία προσπάθεια εύρεσης σωτηρίας από τον ασφυκτικό αυτόν κλοιό που μας κατατρύχει. 

Υποκινητής του προσηλυτισμού αυτού στάθηκε ένα τυχαίο λογοτεχνικό ξεσκόνισμα, αποτελούμενο από δύο δεσπόζουσες μορφές των ελληνικών λογοτεχνικών πραγμάτων, οι οποίες καλοπροαίρετα δέχτηκαν να με συνοδέψουν στο πλασματικό αυτό ταξίδι. Πρώτος, ο Ελύτης· ακολουθεί- χωρίς όμως καθόλου να υστερεί- ο Παπαδιαμάντης. Και οι δύο λάτρεψαν το ελληνικό τοπίο, όπως αυτό διαμορφώνεται βάσει της προσφοράς της φύσης. Η ζήτηση είναι πάντα ίδια: μερικές εικόνες που να περιλαμβάνουν απαραίτητα δόσεις μπλε και πράσινου, ήχους από κινήσεις που εντοπίζονται σε καθετί ζωντανό, αισθήσεις ακονισμένες. Αυτά ως παρακαταθήκη, έρεισμα στιβαρό πάνω στο οποίο μπορείς να υφάνεις τα νήματα της γλώσσας, μίας γλώσσας που αντανακλά το τοπίο, τη φύση, προσιδιάζει σε αυτά με μία απαράμιλλη συμμετρία. Μερικοί προβληματισμοί αναδύθηκαν ως λογικό επακόλουθο. 

Γιατί επιτρέψαμε στους εαυτούς μας την έκπτωση, την αλλοτρίωση; Ο πρώτος προβληματισμός. Είμαστε διαθέσιμοι να χαραμίσουμε χρόνια ολόκληρα, στιγμές και συναισθήματα, να τα πουλήσουμε όσο-όσο κυνηγώντας μία ευτυχία σχεδόν χιμαιρική. Σπούδασε, τελείωσε, συνέχισε, μάζεψε χαρτούρες, εμπλούτισε βιογραφικά. Μη σταματάς, έρχεται και η καθήλωση της επανάληψης που φτιάχνει τη ρουτίνα σου, το προδιαγεγραμμένο πεπρωμένο σου που εύκολα κανείς εικάζει, το οποίο δέχεσαι αβασάνιστα, άκριτα σχεδόν. Έπειτα, είναι και τα ευχάριστα διαλείμματα: σχέσεις ανθρώπινες που βιώνονται με τον χείριστο των συμβιβασμών, τις οποίες ο Παπαδιαμάντης αποκαλεί «λυκοφιλίες και κυνέρωτες». Η διασκέδαση από την άλλη, η ψυχαγωγία κοινώς που πραγματώνεται συχνά με έναν τρόπο εξίσου επιδερμικό, αποσπασματικό. Αυτός φαίνεται να είναι σήμερα ο ορισμός της ευτυχίας-επιτυχίας· κοινωνικό καταναγκασμό προτιμούν να το αποκαλούνε μερικοί, κουκουλωμένο με τις αρετές των ανέσεων στις οποίες ο σύγχρονος άνθρωπος εθίστηκε. Εδώ κυρίως διαφαίνεται το ασύνδετο μεταξύ λογικής και συναισθήματος. Προσεγγίζουμε τη ζωή μας, τους ανθρώπους, τη φύση και το περιβάλλον αποσπασματικά, με τη λογική να διαφεντεύει μην αφήνοντας ούτε σπιθαμή χώρου ώστε να μπορέσει να εισχωρήσει η συγκίνηση. 

Γιατί δε φεύγουμε; Μια δεύτερη απορία γεννάται. Έστω για λίγο, ένα διάλειμμα αναζωογόνησης, αναπλήρωσης του κενού. Κάπου στην πορεία θα βρούμε τη συγκίνηση να μας προσμένει καρτερικά. «Είπα θα φύγω. Τώρα. Μ’ ό,τι να ναι: τον σάκο μου τον ταξιδιωτικό στον ώμο· στην τσέπη μου έναν Οδηγό· τη φωτογραφική μου μηχανή στο χέρι. Βαθιά στο χώμα και βαθιά στο σώμα μου θα πάω να βρω ποιος είμαι. Τι δίνω, τι μου δίνουν και περισσεύει το άδικο». Ο Ελύτης πάλι. Όπως και εκείνος, είδα πολλούς άλλους να φεύγουν. Αντισυμβατικά πνεύματα, με τη λαχτάρα να γευθούν τα προνόμια μίας αληθινής ελευθερίας. «Να αυτή είναι μία ελευθερία πραγματική, που έχει τη δύναμη τη γενική να αναστέλλει τις επιμέρους αναστολές σου», τα ωραιότερα λόγια που χαράσσονται στη μνήμη, ο απόλυτος ορισμός της ελευθερίας.

Στα παραπάνω προστέθηκαν και μερικές εικόνες από το ντοκιμαντέρ «Little land”. Άνθρωποι - ή σύγχρονοι επαναστάτες- εγκατέλειψαν την αστική ζούγκλα και έπλευσαν προς Ικαρία, νησί που φημίζεται για τα υψηλότερα επίπεδα μακροζωίας παγκοσμίως. Κάποιοι θα σπεύσουν να πουν πως αυτό που ώθησε τους ανθρώπους εκείνους να φύγουν στο νησί ήταν ένα πηγαίο αίσθημα ματαιοδοξίας που μας διακατέχει όλους, ως κοινοί θνητοί που είμαστε. Ένα είδος ναρκισσισμού να αγγίξουμε, να ψηλαφίσουμε έστω, κάτι από αθανασία. Περιέργεια περισσότερο ήταν το έναυσμα. Γύρευαν να βρουν την ευτυχία, αυτήν την πραγματική· και την βρήκαν. Φύση, θάλασσα, ραθυμία, μουσική και χορός. Εύλογο επακόλουθο η ευτυχία, η αγνότητα, η αθωότητα. Δεν είχαν όλα όσα ήθελαν, αλλά είχαν όλα όσα χρειάζονταν και τίποτα παραπάνω. Περιχαρείς και ακμαίοι, ευφυείς, με έντονα αισθήματα αλτρουισμού και ανιδιοτέλειας. Η πρωτογονική επαφή με τη φύση έδρασε καταλυτικά, εμπότισε κάθε ίνα, έδωσε ανάσες πολύτιμες. Αυτοί είναι αληθινοί επαναστάτες. 

Έτσι κάπως τελείωσε αυτό το ταξίδι. Η τρίπτυχη διαλεκτική σχέση μεταξύ Ελύτη-Παπαδιαμάντη και των κατοίκων του αιώνιου νησιού αποτελεί ένα εντελώς προσωπικό κατασκεύασμα, μία συνομιλία παθητική και αθόρυβη. Αναγκαία όμως. Με τους δύο πρώτους συναντιόμαστε συχνά έκτοτε. Παρά τις εκάστοτε λογοτεχνικές μου εξορμήσεις, στέκουν εκεί, ακλόνητοι και μεγαλοπρεπείς, έτοιμοι να αδράξουν τις δάφνες της πνευματικής μου ήττας – που συνεπάγεται δική τους υπεροχή- κάθε φορά που επιστρέφω ζητώντας πνευματικό καταφύγιο. Έτσι, έχει εδραιωθεί ανάμεσά μας μία σχέση άνιση, καθώς εκείνοι δείχνουν να εξουσιάζουν και εγώ να ακολουθώ υποτακτικά. Αυτή η ανισότητα είναι φυσική, παρατηρείται σε κάθε σχέση όπου τυγχάνει να υπάρχει ένας ευεργετούμενος και ένας ευεργέτης, με τον πρώτο να προσκυνά ευλαβικά τον «ταγό» του και τον δεύτερο να τονώνει συνεχώς το αίσθημα αλαζονείας του. Παρά ταύτα, αυτό καθόλου δεν με ενοχλεί, καθώς εκείνοι είναι πάντοτε πρόθυμοι, εφοδιασμένοι με τα κατάλληλα αγαθά, γλωσσικά άρτιοι και νοητικά μεγαλοφυείς, να με ξαναταξιδέψουν, να με μυήσουν λογοτεχνικά σε μία ατέρμονη μυσταγωγία εικόνων και συναισθημάτων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου