Κυριακή, 23 Ιουνίου 2013

Οι ασύδοτοι

.....του Ρίζου Καϊάφα

Απόψε είναι άλλη μιαν άγρυπνη νύχτα. Με τρεις παρέες φοιτητών να φωνάζουν στα γύρω μπαλκόνια, τη μουσική των καταστημάτων στη διαπασών και κάποιους μεθυσμένους να τσακώνονται στη γωνία δεν έχεις και πολλές πιθανότητες να ησυχάσεις. Κι όμως η πόλη δείχνει να κοιμάται, βυθισμένη στον αρρωστημένο καλοκαιρινό της λήθαργο.


Αναπολώ αυτό που ήταν κάποτε η γειτονιά μου, η Κων. Μελενίκου. Ένας ζωντανός αλλά ήρεμος δρόμος, σχετικά καθαρός, δυο βήματα από το πανεπιστήμιο. Ιδανικό μέρος για να μένει κανείς στο κέντρο, ιδίως αν ήταν φοιτητής. Κι ύστερα ήρθαν οι ασύδοτοι.

Ήρθαν κι έστησαν τα τραπεζάκια τους παντού και μού ‘κοψαν την ανάσα. Έφθασαν εποχούμενοι, με βρώμικα αυτοκίνητα που τα παράτησαν πάνω στον πεζόδρομο, στα πεζοδρόμια, καταμεσής του δρόμου πολλές φορές. Γέμισαν τον αέρα με τραγούδια του συρμού, κραυγαλέα μα άχρωμα, άοσμα και άνοστα. Μ’ έπνιξαν με σκουπίδια κάθε είδους. Κάναν κατάληψη στη μέρα και στη νύχτα μου, κάναν κατάληψη στη ζωή μου.

Μοιάζει πολύ δύσκολο να τους διώξω. Γιατί είμαι μόνος κι είναι πολλοί. Είμαι νομοταγής κι είναι παράνομοι. Προσπαθώ να παραμείνω μετρημένος κι αυτοί επιδεικνύουν ανενδοίαστα το θράσος τους. Γιατί αυτοί που τάχθηκαν να με υπηρετούν και να με προστατεύουν κοιμούνται ενώ εγώ έχω χάσει τον ύπνο μου.

Θα φύγω απ’ αυτή τη γειτονιά, το πήρα απόφαση. Θα πάω σ’ ένα δρομάκι παράμερο με σπίτια χαμηλά και δροσερούς αυλόγυρους. Αναρωτιέμαι, υπάρχει άραγε έστω κι ένας τέτοιος δρόμος σ’ αυτή την πόλη; Τι κι αν υπάρχει; Ματαιοπονία η μετακόμιση. Οι ασύδοτοι θα με κυνηγήσουν. Θα με βρουν και θα εισβάλουν στη γαλήνη μου. Θα καταστρέψουν τον μικρό ήσυχο δρόμο μου, όπως καταστρέφουν κάθε μέρα την πόλη μου και τη χώρα μου. Γιατί ο εχθρός είναι εντός∙ πάντα ήταν.

Αυτός είναι ο πιο σκληρός μου αγώνας. Μπορεί να ξεπεράσω την κρίση, να βρω δουλειά, να κάνω τα όνειρά μου πραγματικότητα. Δεν είναι αρκετό. Οι ασύδοτοι θα παραμονεύουν να λεηλατήσουν την επιτυχία μου, να με τραβήξουν ξανά μέσα στο βόρβορο. Για αυτό χρειάζομαι τη βοήθειά σου, αναγνώστη.

Ανεχόμουν την ασυδοσία τους χρόνια ολόκληρα. Ντρεπόμουν, βλέπεις, να μιλήσω. Φοβόμουν ίσως. Έσκυβα το κεφάλι, έσφιγγα τα δόντια και προσπερνούσα. Είχα τόσο πολύ υποκύψει στην καθημερινή τους ύβρη, που νόμιζα πως απλά έτσι είναι τα πράγματα και δεν αλλάζουν. Μέχρι που μια νύχτα σαν κι αυτή σηκώθηκα, έβαλα το παντελόνι μου και βγήκα να διαμαρτυρηθώ στον ιδιοκτήτη του απέναντι καταστήματος, που μου ‘χε αρνηθεί τόσες και τόσες νύχτες τον ήρεμο ύπνο. Όταν γύρισα μπήκα στην ιστοσελίδα του δήμου κι έκανα μιαν επώνυμη καταγγελία. Μπορεί να μην το πιστεύεις, αλλά εκείνο το βράδυ κάτι άλλαξε.

Τώρα ξέρω πώς διαμορφώνονται οι νοοτροπίες των ανθρώπων, αργά, αθόρυβα μα κι ανεπίστρεπτα. Δεν θα ξαναγυρίσω ποτέ στην πρότερή μου ανεκτικότητα. Θα τους πολεμήσω όπως μπορώ. Για μένα, για τις μικρές καθημερινές χαρές που μου δηλητηριάζανε, για τη μιζέρια που με γεμίζανε, για την αξιοπρέπεια που μου στερούσανε. Κι ίσως, αν συνεχίσω μ’ επιμονή και συνέπεια, αύριο να πάρει κουράγιο κι ο γείτονας του πρώτου ορόφου, που υπομένει σιωπηλά τα ίδια και χειρότερα βασανιστήρια. Κι ηλικιωμένη κυρία του ημιορόφου, που πασχίζει ν’ ανοίξει δρόμο με το μπαστούνι της ανάμεσα σε σωρούς σκουπιδιών, σπασμένες πλάκες και αυθαίρετα τραπεζοκαθίσματα.

Κι ίσως κάποια μέρα να το κάνεις κι εσύ, φίλε αναγνώστη, οι γνωστοί σου και οι φίλοι σου. Τότε μια τεράστια αλλαγή θα έχει συντελεστεί, απ’ αυτές τις κρυφές, ταπεινές αλλαγές που ξαναφτιάχνουν τον κόσμο μας. Τότε θα συνειδητοποιήσουμε τι πραγματικά είναι οι ασύδοτοι: μια παρασιτική θρασύδειλη μειοψηφία που επωφελείται από τη σιωπή και την κακώς εννοούμενη ανεκτικότητα, τη δική μου και τη δική σου. Τότε ίσως καταφέρουμε να τους νικήσουμε και να πάρουμε τις ζωές μας πίσω…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου