Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

Πολιτική και κοινωνική δημοκρατία. Εξίσωση ή δίλημμα; Μέρος Β'


 ......του Ραφαήλ Παπαδόπουλου






2. Ορθόδοξος Μαρξισμός και κινηματική αντικαπιταλιστική Αριστερά: Από την πολιτική στην κοινωνική δημοκρατία.





   Ο θρίαμβος της και η ευρεία αναγνώριση της αστικής τάξης, ως εκφραστή του πολιτικού φιλελευθερισμού και των επιτευγμάτων της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, που εισήγαγε τις μάζες στην ενεργό πολιτική, αλλάζοντας τον ρου της Ιστορίας εις βάρος της δεσποτικής απόλυτης μοναρχίας, του φεουδαρχισμού και του θρησκευτικού σκοταδισμού, ήταν εφήμερη. Η αξιοπιστία και η λαϊκή υποστήριξη προς τη νέα «αστική» τάξη πραγμάτων, άρχισε να κλονίζεται σοβαρά από τα μέσα του 19ου αιώνα, και ειδικότερα μετά από τις μεγάλες αποτυχημένες ευρωπαϊκές επαναστάσεις του 1848. Δύο παράγοντες συνέβαλαν καθοριστικά σε αυτό το γεγονός: α)Η παλινόρθωση και η συντηρητική στροφή της μοναρχικής διακυβέρνησης σε όλη την Ευρώπη μετά την οριστική ήττα του Ναπολέοντα το 1815 και β)Η ραγδαία εκβιομηχάνιση της οικονομίας και η ανάδειξη του δευτερογενούς τομέα και παράλληλα μίας ολοένα και πιο πολυάριθμης και πολιτικά αυτόνομης και συνειδητοποιημένης εργατικής τάξης σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

Ο παροδικός εκτροχιασμός της Γαλλικής Επανάστασης σε ένα βίαιο και αυταρχικό καθεστώς υπό την ριζοσπαστική πτέρυγα των Ιακωβίνων, με ηγέτη το Ροβεσπιέρο, δημιούργησε φόβο και συντηρητικοποίησε τους μετριοπαθείς αστούς, ενώ παράλληλα πρόσφερε επιχειρήματα στους ιδεολογικούς και πολιτικούς αντιπάλους της Επανάστασης( από τον μετριοπαθή συντηρητικό Edmund Burke μέχρι τον ακραιφνή φιλομοναρχικό και αντιδραστικό Joseph De Maistre), σχετικά με τις καταστροφικές συνέπειες των επαναστάσεων γενικά. Έτσι, μετά την ήττα της επαναστατικής Γαλλίας του Ναπολέοντα, η Ιερά Συμμαχία των νικητριών ευρωπαϊκών δυνάμεων, στράφηκε προς τα δεξιά και αποκατέστησε τη μοναρχία σε όλη την Ευρώπη. Ο μοναρχικός θεσμός, σε συνδυασμό με την συνταγματική κατοχύρωση κάποιων από της αρχές της Επανάστασης(κυρίως ατομικών δικαιωμάτων) και την αυξανόμενη έμφαση στο νόμο, την τάξη και την ασφάλεια, μέσω της πολλές φορές βίαιης καταστολής μαζικών κοινωνικοπολιτικών αγώνων, με αποκορύφωμα τα γεγονότα του 1848, θεωρήθηκαν ως εγγυήσεις για την αποτροπή ενός επαναστατικού κοινωνικού «χάους», όπως την περίοδο της Γαλλικής Τρομοκρατίας. Αυτή η νέα στάση είχε μάλιστα την ενεργό υποστήριξη πολλών φιλελεύθερων διανοητών και πολιτικών, που είχαν παλαιότερα ενστερνιστεί τις αρχές της Επανάστασης, όπως ο Alexis De Tocqueville.

Την ίδια περίοδο, δηλαδή το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, η ραγδαία εκβιομηχάνιση της οικονομίας αποσάρθρωσε σταδιακά την παραδοσιακή αγροτική οικονομία, αρχικά στην Αγγλία και στη συνέχεια σταδιακά και στην ηπειρωτική Ευρώπη. Αυτό αποτέλεσε σφοδρό οικονομικό πλήγμα για την αυτάρκη οικονομία της υπαίθρου, και την μικρή αγροτική παραγωγή, καθώς δόθηκε όλο και μεγαλύτερη έμφαση στη μαζική και τυποποιημένη παραγωγή, με τη συνδρομή των νέων μηχανών και άλλων τεχνολογικών επιτευγμάτων της εποχής. Οι πρώην αγρότες μετανάστευσαν μαζικά στις πόλεις προς αναζήτηση βιοπορισμού. Η συνακόλουθη ταχύτατη διόγκωση του πληθυσμού των αστικών κέντρων, όπου βρίσκονταν τα πρώτα εργοστάσια, έθεσε επιτακτικά το ζήτημα των συνθηκών υγιεινής, διαβίωσης και εργασίας του νέου αυτού «αστικού» προλεταριάτου.

Η πρώτη συστηματοποιημένη φιλοσοφική και πολιτική ανάδειξη του «κοινωνικού ζητήματος», το οποίο οξύνθηκε ακόμα περισσότερο στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα, ήταν η οικονομική και πολιτική σκέψη του Karl Marx, όπως αυτή αναδεικνύεται μέσα από το Κεφάλαιο και το Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Ο Μαρξισμός έχει ως βασικό χαρακτηριστικό την υιοθέτηση του ιστορικού υλισμού, της αντίληψης δηλαδή ότι όλων των ειδών οι σχέσεις και οι ιδέες σε μία κοινωνία(πολιτικές, κοινωνικές, θρησκευτικές, πνευματικές κτλ), τις οποίες ονομάζει εποικοδόμημα, είναι άμεση συνέπεια της οικονομικής βάσης, δηλαδή του συστήματος παραγωγής, που καθορίζει τις οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις εξουσίας μεταξύ των κοινωνικών τάξεων(με άλλα λόγια, σε κάθε σύστημα παραγωγής, όποια κοινωνική τάξη κατέχει τα μέσα παραγωγής, όπως μηχανές, εργοστάσια κτλ, ελέγχει τον παραγόμενο πλούτο και άρα εκμεταλλεύεται και εξουσιάζει τις άλλες τάξεις). Τα συστήματα παραγωγής, διαδέχτηκαν το ένα το άλλο στην ανθρώπινη ιστορία (κάθε φορά που ένα σύστημα έφτανε στην πλήρη ανάπτυξη του, διήλθε από μία κρίση υπερσυσσώρευσης και ανισοκατανομής του πλούτου, κατέρρεε και αντικαθίσταντο από το επόμενο). Το κάθε ένα από αυτά τα συστήματα αντιπροσωπεύει μία τελειότερη μορφή οικονομικής ανάπτυξης και κοινωνικής δικαιοσύνης από το προηγούμενο. Τα συστήματα αυτά υπήρξαν κατά σειρά, ο πρωτόγονος κομμουνισμός, η δουλοκτητική κοινωνία της αρχαιότητας, η μεσαιωνική φεουδαρχία και ο σύγχρονος καπιταλισμός. Όλα χαρακτηρίστηκαν από ανταγωνισμό μεταξύ της άρχουσας τάξης που κατέχει τα μέσα παραγωγής και των κοινωνικών τάξεων που εκμεταλλεύεται οικονομικά.

Για τον Marx, στον καπιταλισμό, η κυρίαρχη τάξη που κατέχει τα μέσα παραγωγής είναι η αστική τάξη των εμπόρων και των ιδιοκτητών, η οποία κατέστη πολιτικά και οικονομικά κυρίαρχη με την Αμερικανική και τη Γαλλική Επανάσταση, στις οποίες πρωταγωνίστησε ανατρέποντας τον προγενέστερο φεουδαρχισμό. Η αστική πολιτική συνταγματική δημοκρατία είναι λοιπόν παράγωγο αστικών επαναστάσεων. Στα πλαίσια της, η αστική τάξη, ως κάτοχος των μέσων παραγωγής, εκμεταλλεύεται την πολύ πιο πολυάριθμη εργατική τάξη(το προλεταριάτο), η οποία δεν κατέχει τίποτε εκτός από την ικανότητα να εργάζεται και να παράγει πλούτο. Την ικανότητα αυτή την εκμισθώνει στους αστούς, οποίοι έτσι αυξάνουν την οικονομική(και άρα την πολιτική) εξουσία τους πάνω στην εργατική τάξη μέσω της οικειοποίησης της υπεραξίας της εργασίας της(δηλαδή, αμείβοντας τους εργάτες λιγότερο από την αξία του πλούτου που παράγουν, οι αστοί καρπώνονται αυτή τη διαφορά). Εξαιτίας αυτής ακριβώς της εκμετάλλευσης, ο πλήρως ανεπτυγμένος καπιταλισμός είναι προορισμένος να ανατραπεί από τον κομμουνισμό, το τελευταίο και τελειότερο σύστημα παραγωγής. Καθώς οι συνθήκες ζωής και η οικονομική εξαθλίωση και εξάρτηση της εργατικής τάξης επιδεινώνονται συνεχώς, οι εργάτες θα αποκτήσουν ταξική συνείδηση(θα καταλάβουν ότι αποτελούν ενιαία κοινωνική τάξη με κοινά οικονομικά συμφέροντα και θύματα εκμετάλλευσης) και θα επαναστατήσουν κατά της εκμεταλλεύτριας αστικής τάξης, από την οποία θα αφαιρέσουν τα μέσα παραγωγής και άρα την πολιτική εξουσία. Στην ιδανική κομμουνιστική κοινωνία, τα μέσα παραγωγής θα είναι συλλογικά ιδιοκτησία της κοινωνίας, θα καταργηθεί η ατομική ιδιοκτησία και η εκμετάλλευση, και, σύμφωνα με το δόγμα «από τον καθένα σύμφωνα με τις δυνατότητές του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του», ο άνθρωπος θα χειραφετηθεί ολοκληρωτικά, χωρίς να υφίσταται την αλλοτρίωση από την εργασία που συνεπάγεται ο καπιταλισμός(στον οποίο οι προλετάριοι παρήγαγαν προϊόντα όχι για τις δικές τους  ανάγκες, αλλά για τον πλουτισμό των αστών).

Στα πλαίσια αυτής της ανάλυσης του καπιταλισμού, ο Marx επικρίνει την αστικά ατομικά και πολιτικά δικαιώματα της Αμερικανικής και της Γαλλικής Επανάστασης, ως ανεπαρκή για την κοινωνική χειραφέτηση του ανθρώπου, δηλαδή την απαλλαγή από την οικονομική εκμετάλλευση και τον ανταγωνισμό. Μάλιστα, θεωρεί ότι λειτουργούν μεροληπτικά και παραπλανητικά, αφού, δημιουργώντας μία ψευδαίσθηση ισότητας και δικαιοσύνης, αποκρύπτουν το γεγονός της οικονομικής εκμετάλλευσης του προλεταριάτου από την αστική τάξη. Η πολιτική δημοκρατία που αυτά συναποτελούν, στηρίζει το φιλελεύθερο συνταγματικό κράτος ως πρότυπο πολιτικής οργάνωσης, το οποίο όμως στην ουσία εξυπηρετεί τα συμφέροντα της οικονομικά κυρίαρχης αστικής τάξης εις βάρος της εργατικής. Εδώ το κράτος δεν αντιμετωπίζεται ως εγγυητής της αρμονίας και ουδέτερος διαιτητής μεταξύ ατομικών ή συλλογικών συμφερόντων, αλλά ως μηχανισμός διαιώνισης της κυριαρχίας της άρχουσας τάξης και της εκμετάλλευσης των υπολοίπων. Έτσι, στην αταξική κομμουνιστική κοινωνία, όπου δεν θα υπάρχει ταξικός ανταγωνισμός αλλά κοινωνική ιδιοκτησία, απόλυτη οικονομική ισότητα και συνεργασία μεταξύ των ατόμων(δηλαδή μία ιδανική κοινωνική, και όχι απλά πολιτική, δημοκρατία, που θα παρέχει στον καθένα τα υλικά μέσα για να ολοκληρωθεί ως άτομο, αναπτύσσοντας ολόπλευρα τις ικανότητές του), το κράτος, όπως και οι δυνάμεις καταστολής, σταδιακά θα καταστεί άχρηστο και θα «μαραθεί», αφού δεν θα υπάρχει πλέον οικονομική εκμετάλλευση που θα γεννά κοινωνικές συγκρούσεις και προβλήματα προς επίλυση.

Μία αντίστοιχη κριτική, επίσης στηρίζεται πάνω στην αντιπαραβολή της «ψευδεπίγραφης» και «ανεπαρκούς» πολιτικής δημοκρατίας(η οποία έχει ως βάση την αρνητική ελευθερία του κλασσικού φιλελευθερισμού, δηλαδή την ύπαρξη ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων, συνταγματικά κατοχυρωμένων, τα οποία περιορίζουν την δυνατότητα παρέμβασης του κράτους στην ιδιωτική ζωή και τις επιλογές του κάθε ατόμου) με την αυθεντική κοινωνική δημοκρατία, που, εξασφαλίζοντας την οικονομική ισότητα και τους υλικούς πόρους που είναι απαραίτητοι για την αξιοπρεπή διαβίωση του καθενός, πραγματώνει τη θετική ελευθερία, δηλαδή τη δυνατότητα του ανθρώπου να αναπτύξει όλα τα χαρίσματα και τις δυνατότητες του σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής. Αυτού του είδους η κριτική διατυπώνεται από τα σύγχρονα κινήματα αναρχικού και αριστερού ριζοσπαστικού χαρακτήρα, που προκρίνουν τη μαζική συμμετοχή των πολιτών στην λήψη αποφάσεων, μέσω μορφών άμεσης δημοκρατίας(λαϊκές συνελεύσεις, δημοψηφίσματα κτλ). Η οπτική αυτή, που αντιτίθεται στην οικονομική διάσταση της παγκοσμιοποίησης(δηλαδή την παγκόσμια κυριαρχία του οικονομικού
προτύπου του καπιταλισμού της ελεύθερης αγοράς), τονίζει ότι οι συμβατικοί πολιτικοί θεσμοί της έμμεσης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας (κοινοβούλιο, κόμματα, εκλογές, ΜΜΕ κτλ), είναι απόλυτα ταυτισμένοι και εξαρτημένοι από τη νέα οικονομική ολιγαρχία (τράπεζες και «μεγάλο κεφάλαιο») και έχουν διαβρωθεί και διαφθαρεί βαθιά και ανεπανόρθωτα, ώστε έχουν ξεφύγει πλέον από κάθε δημοκρατικό πλαίσιο, μην αντιπροσωπεύοντας τις ανάγκες και τις επιθυμίες του κοινωνικού συνόλου, ως θα όφειλαν. Η λύση που προτείνεται είναι είτε οι μαζικές πολιτικές κινητοποιήσεις και η λαϊκή αυτοοργάνωση , για να ασκηθεί πίεση στους κυβερνητικούς θεσμούς, ώστε να αναγκαστούν να ευθυγραμμιστούν με τα κοινωνικά αιτήματα(κινήματα ανένταχτων πολιτών όπως οι «αγανακτισμένοι» σε Ευρώπη και ΗΠΑ), είτε ακόμα και η βίαιη ανατροπή των πολιτικών αυτών θεσμών, που εμποδίζουν την έλευση της πραγματικής δημοκρατίας και ισότητας(μαρξιστικά
και αναρχικά κινήματα).


Διαβάστε εδώ το Μέρος Α'.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου